Αννίτα Σαντοριναίου: Η κυρά Εκάβη είναι γεμάτη αντιφάσεις, όπως η Ελλάδα

Η Αννίτα Σαντοριναίου μιλά για την Εκάβη, την εμβληματική ηρωίδα από το «Τρίτο Στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή, που είναι όπως η Ελλάδα, γεμάτη αντιφάσεις.

«Το Τρίτο Στεφάνι», το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Κώστα Ταχτσή, σε σκηνοθεσία Τάκη Τζαμαργιά, δραματοποίηση Σάββα Κυριακίδη και μουσική Ευανθίας Ρεμπούτσικα, μετά από μία πολύ πετυχημένη θεατρική περίοδο στην Κεντρική Σκηνή του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου (ΘΟΚ), έρχεται για 5 μόνο παραστάσεις στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά.

Η Αννίτα Σαντοριναίου υποδύεται στην παράσταση την Εκάβη, μια ηρωίδα που, όπως αναφέρει και η ίδια, “δεν είναι ρόλος, δεν είναι η υποκριτική αποτύπωση μιας γυναίκας ή και πολλών γυναικών που γνωρίζουμε”, αλλά αντιπροσωπεύει μια ολόκληρη χώρα, την Ελλάδα!

Η μαθήτρια του Κάρολου Κουν που από το 1972 μέχρι σήμερα έχει συνεργαστεί με σπουδαίους ανθρώπους, έχει δώσει «σκηνική ζωή» σε δεκάδες δραματικά πρόσωπα και έχει δεχθεί μεγάλη αγάπη και αναγνώριση από το θεατρόφιλο κοινό -σε Ελλάδα και Κύπρο-, λίγο πριν την πρεμιέρα της παράστασης μας μίλησε για το διαχρονικό μυθιστόρημα του Ταχτση, την αντιφατική ηρωίδα της αλλά και για το όνειρό της να μπορεί να κάνει “ζωντανό, αληθινό, «αυριανό» θέατρο, ανθρώπινων συστατικών”.

Συνέντευξη: Ερριέττα Μπελέκου

Culturenow.gr: Αν μπορούσατε να συμπυκνώσετε τα χρόνια της καλλιτεχνικής σας δημιουργίας μέσα σε λίγες φράσεις, ποιες θα ήταν αυτές; Πόσο έχετε αλλάξει εσείς και κατ’ επέκταση, η σχέση σας με το θέατρο;

Αννίτα Σαντοριναίου: Απόλαυση και βάσανο που εντέλει έφεραν την ωριμότητα και στη δουλειά και στη ζωή μου. Έχω περάσει από φάσεις πολλές στη διάρκεια της ζωής μου στο θέατρο. Άλλαζε όμορφα το θέατρο μέσα μου μένοντας ίδιο. Έμαθα τα πάντα από τον Δάσκαλο Κουν, πέρασα φάση που τα αρνήθηκα και τα αμφισβήτησα όλα (η ανόητη) και ύστερα πιο νουνεχής,  πιο καθαρή και πιο νηφάλια επέστρεψα σ’ αυτά κουβαλώντας και χίλια άλλα. Νομίζω έτσι συμπυκνώνονται «τα χρόνια» μέχρι σήμερα. Αναμένω την επόμενη αλλαγή, το άλλο στάδιο…

Cul. N.: Από το 1982 βρίσκεστε μόνιμα στην Κύπρο και ανήκετε στο δυναμικό του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου (ΘΟΚ). Σε ποιο επίπεδο βρίσκεται το θέατρο εκεί τα τελευταία χρόνια, σε σχέση με τα ελληνικά θεατρικά δεδομένα; Έχετε σκεφτεί ποτέ το ενδεχόμενο επιστροφής στην Ελλάδα; 

Α. Σ.: Δεν έχω δυστυχώς διαχρονικά, αλλά κυρίως τα τελευταία χρόνια, μεγάλη επαφή με το ελληνικό θεατρικό γίγνεσθαι, για να έχω εμπεριστατωμένη γνώμη. Αυτό γιατί στον ΘΟΚ κάθε ενάμισι με δύο μήνες ανεβαίνει καινούριο έργο και συνήθως είμαι σ’ όλες τις διανομές. Είμαστε όλοι κι όλοι 24 ηθοποιοί στο κρατικό μας θέατρο. Η γνώμη όμως που έχω σχηματίσει γενικότερα για Κύπρο και Ελλάδα είναι πως το θέατρο «ψάχνεται» να βρει το νέο πρόσωπό του, μέσα στην αντίληψη της εποχής του που είναι το «πολύ» αντί το «ποιο». Οι εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Όσο για το ενδεχόμενο επιστροφής, το έκανα ήδη κάποιες φορές όταν τα δεδομένα με γοήτευαν και εφόσον οι συνθήκες το επέτρεπαν. Όχι συχνά όμως, παρόλο που είχα κάθε χρόνο σχεδόν προτάσεις απ’ τον ελλαδικό θεατρικό χώρο. Όμως αύριο είναι μια καινούρια μέρα. Ποιος ξέρει τι θα ξημερώσει. Άλλωστε πάντα θέλω να επιστρέφω στην Ελλάδα και στο σπίτι μου…

Cul. N.: Τη φετινή θεατρική σαιζόν ο ΘΟΚ πήρε την απόφαση να μεταφέρει στη σκηνή «Το Τρίτο Στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή, ένα μυθιστόρημα- σταθμό της νεοελληνικής πεζογραφίας, σε σκηνοθεσία Τάκη Τζαμαριά. Ποια είναι η προσωπική σας οπτική για το έργο και για τα θέματα που θίγει;

Α. Σ.: Όπως λέτε κι εσείς το «Τρίτο Στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή είναι ένα μυθιστόρημα σταθμός. Μέσα απ’ τις γραμμές του ξετυλίγεται μισός αιώνας  ιστορίας της Ελλάδας διαμέσου των προσώπων που ζωγραφίζει με καθημερινό ρεαλιστικό τρόπο ο Ταχτσής. Βλέπουμε καθαρά την ομορφιά και την ασχήμια μας, το μεγαλείο και τη μικρότητά μας. Αυτή η διαπίστωση πονάει. Αυτόν τον πόνο θέλω και έχω χρέος να τον αποτυπώσω στη θεατρική διατύπωση του ρόλου μου καθώς και τις αιτίες που μας κάνανε να γίνουμε έτσι.

Cul. N.: Τι επιχειρεί να φωτίσει η δική σας σκηνική εκδοχή, που βασίζεται στην δραματοποίηση του Σάββα Κυριακίδη; Πείτε μας λίγα λόγια για την συνεργασία σας με τον Τάκη Τζαμαριά αλλά και με τους υπόλοιπους συντελεστές της παράστασης.

Α. Σ.: Ο Σάββας Κυριακίδης με απόλυτο σεβασμό στο λογοτεχνικό έργο φώτισε τις δύο κεντρικές ηρωίδες χωριστά, να τραβάει κάθε μια το κάρο της δικής της δύσβατης ζωής και μετά τις ενώνει σε μια κοινή ζωή μέσα στο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο της ζωής τους, αφήνοντας το κοινό να κάνει τις δικές του σκέψεις και να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα στο σήμερα που βλέπει την παράσταση.
Είναι η πρώτη φορά που συνεργάζομαι με τον Τάκη Τζαμαριά. Ο Τάκης είναι ένας καλλιτέχνης εξαιρετικά ευαίσθητος, ανθρώπινος και ειλικρινής. Φαντάστηκε τον «κόσμο» μου, τον κόσμο της Εκάβης, σαν ένα καρουζέλ μνήμης και εμπειριών ζωής,  που γυρίζει, τρέχει, σε ρυθμό φρενήρη. Έτσι μου τον περιέγραψε κι έτσι τον έκτισε μέσα στην παράστασή του. Σ’ αυτό το όραμά του μύησε και παρέσυρε όλους τους συντελεστές, έτσι που κατά τη γνώμη μου κατάφερε να κάνει την καρδιά του έργου του Ταχτσή να κτυπήσει δυνατά και με τη συνδρομή της θεατρικής μαγείας να συμπαρασύρει το κοινό σε εικόνες δυνατές, μιας Ελλάδας που οδυνηρά εδώ και χρόνια τον παιδεύει. Μας παιδεύει όλους μας.

Cul. N.: Υποδύεστε λοιπόν την Εκάβη –ή αλλιώς κυρά Εκάβη-, την οποία ο συγγραφέας χαρακτηρίζει ως «διάβολο και αγία». Πως βλέπετε εσείς την αντιφατική ηρωίδα σας και πως την προσεγγίσατε; Υπάρχουν σημεία που ταυτίζεστε μαζί της; 

Α. Σ.: Η κυρά Εκάβη δεν είναι ρόλος, δεν είναι η υποκριτική αποτύπωση μιας γυναίκας ή και πολλών γυναικών που γνωρίζουμε. Είναι η Ελλάδα. Της δίνει το όνομα μιας αρχετυπικής μάνας, της Εκάβης, και την ξαναβαφτίζει στο δικό του σήμερα κυρά Εκάβη. Και η κυρά Εκάβη είναι, ναι, αντιφατική. Όπως η Ελλάδα. Γεμάτη αντιφάσεις. Η Ελλάδα του μεγαλείου και του φωτός και η Ελλάδα του σκοταδιού και της ευτέλειας. Όσο για το αν ταυτίζομαι μαζί της, ποιος δεν κουβαλάει μέσα του τη μάνα που τον γέννησε;

Cul. N.: Η παράσταση, μετά την πολύ επιτυχημένη θεατρική περίοδο στην Κεντρική Σκηνή του ΘΟΚ, έρχεται δυναμικά στην Αθήνα και στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, μόνο για πέντε παραστάσεις. Πού νομίζετε πως οφείλεται αυτή η θερμή υποδοχή του κοινού; Τι είναι αυτό που κάνει το «Τρίτο Στεφάνι» επίκαιρο ως έργο και πως συνδέεται η εποχή του με την εποχή μας;

Α. Σ.: Αυτό που κάνει κάποια έργα κλασσικά είναι η διαχρονία τους. Το «Τρίτο Στεφάνι» δεν είναι επίκαιρο, είναι διαχρονικό. Αφορά και θα αφορά πάντα η αλήθεια του. Χτες, σήμερα, αύριο.

Cul. N.: Ο συγγραφέας υποστηρίζει πως το έργο του τελειώνει με  «μια νότα αισιοδοξίας και κατάφασης, που κι αυτό είναι πολύ χαρακτηριστικό των Ελλήνων σαν φυλής{…}». Συμμερίζεστε αυτή την άποψη; Εσείς, είστε αισιόδοξη ή απαισιόδοξη για το μέλλον της Ελλάδας;

Α. Σ.: Ναι, είμαι αισιόδοξη. Πιάσαμε πάτο. Αυτό είναι καλό. Θα μάθουμε ξανά πώς λειτουργούν τα πόδια τα δικά μας. Νομοτελειακά αλλά και σαν γνώρισμα της ράτσας μας, είναι η ώρα που σιγά-σιγά θ’ αρχίσουμε ν’ ανεβαίνουμε ξανά. Φτάνει να βάλαμε λίγο μυαλό, κάτι να μάθαμε απ’ αυτήν την πτώση.

Cul. N.: Φτάνοντας στο τέλος… Στη μακρόχρονη θεατρική σας διαδρομή έχετε συνεργασθεί με σπουδαίους ανθρώπους και αναμετρηθεί με δεκάδες ρόλους. Υπάρχει κάποιο καλλιτεχνικό σας όνειρο που δεν έχει πραγματοποιηθεί; Αν ναι θα θέλατε να το μοιραστείτε μαζί μας;

Α. Σ.:   Πάντα υπάρχουν όνειρα που δεν πραγματοποιήθηκαν. Υλοποιήθηκαν όμως άλλα που δεν τα είχες καν ονειρευτεί, ονειρεμένα. Το θέατρο από τον άνθρωπο εκπηγάζει και στους ανθρώπους απευθύνεται. Αυτό που ονειρεύομαι σήμερα για το αύριο είναι να έχω ενέργεια και ενάργεια να κάνω ζωντανό, αληθινό, «αυριανό» θέατρο, ανθρώπινων συστατικών.

«Το Τρίτο Στεφάνι», το μυθιστόρημα του Κώστα Ταχτσή, σε σκηνοθεσία Τάκη Τζαμαργιά, θα παρουσιαστεί στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, από 1 έως 5 Απριλίου 2015. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

x
Το CultureNow.gr χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη πλοήγηση στο site. Συμφωνώ