Δεν είναι τυχαίο που ο συγγραφέας αποφάσισε να αφιερώσει ένα ολόκληρο βιβλίο σε αυτή την χρονιά. Το 1913 είναι πράγματι μια χρονιά ορόσημο για τα ευρωπαϊκά δρώμενα, είναι μια χρονιά πέρα για πέρα κομβική, σημαδιακή και χαρακτηριστική για όλα αυτά που έμελλε να επακολουθήσουν. Είναι μια χρονιά που σηματοδοτεί δυστυχώς το τέλος μιας ανέμελης και ξέγνοιαστης περιόδου, συνέχειας της Belle époque, μίας «όμορφης εποχής”. Από την μία μεριά το 1913 μοιάζει να αγγίζει την κορύφωσή της χαρμόσυνης ατμόσφαιρας που κυριαρχούσε τα προηγούμενα χρόνια αλλά από την άλλη μεριά η κατάρρευση όλο και πλησιάζει. Την επόμενη χρονιά, δηλαδή το 1914 οι σειρήνες του αιματηρού Α’ Παγκοσμίου πολέμου, του μεγάλου πολέμου όπως είναι γνωστός ευρύτερα θα ηχήσουν από άκρη σε άκρη της γηραιάς ηπείρου σπέρνοντας τρόμο, καταστροφή και πείνα.

Ενώ λοιπόν το 1913 ένας πυρετός δημιουργίας θα κομίσει την ελπίδα πως όλα βαίνουν κατ’ ευχήν και πως η λογοτεχνία, η ζωγραφική, η μουσική ανθίζουν και καρποφορούν ήδη αρχίζουν να φαίνονται στον γκρίζο ορίζοντα τα σημάδια του κόσμου που αρχίζει να χάνει την πάλαι ποτέ ευδαιμονία του σε κάθε έκφανση της καθημερινότητάς του και αυτό βέβαια αποτυπώνεται έκδηλα στην τέχνη. Αυτά τα σύννεφα που συγκεντρώνονται επηρεάζουν και τον χώρο της τέχνης, ζωγράφοι, μουσικοί, ποιητές, και συγγραφείς σαν να είναι ποτισμένοι με ένα κακό προαίσθημα για όσα θα συμβούν στα επερχόμενα χρόνια. Και βέβαια πρόσωπα που στα επόμενα χρόνια θα γράψουν την ιστορία με μελανά γράμματα όπως ο Στάλιν και ο Χίτλερ, αυτή την χρονιά ήδη έχουν εμφανιστεί όχι ακόμα παίζοντας κάποιο ρόλο αλλά η παρουσία τους και μόνο φτάνει. Αυτό που επικρατεί στους καλλιτεχνικούς κύκλους είναι ένας αέρας μελαγχολίας, αγωνίας και ανησυχίας και αυτό απεικονίζεται στους πίνακες ζωγραφικής και στα κινήματα που θα λάβουν χώρα και θα διαδραματίσουν ρόλο πρωτεύοντα τα επόμενα χρόνια. Ο Έγκον Σίλε για παράδειγμα σε ένα γράμμα στην μητέρα του τον Μάρτιο του 1913 αναφέρει: «Εγώ θα είμαι ο καρπός που μετά την αποσύνθεσή του θα αφήσει πίσω του πλάσματα παντοτινά, πόση πρέπει λοιπόν να είναι η χαρά σου που με γέννησες;”. Ο Μαρσέλ, ο οποίος ήδη έχει αρχίσει να γράφει το μεγαλειώδες «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο” και ήδη βρίσκεται στον πρώτο τόμο του με τον τίτλο «Ένας έρωτας του Σουάν” σημειώνει την τελευταία πρόταση του στο χαρτί: «Η πραγματικότητα που γνώριζα κάποτε δεν υπάρχει πια. Η ανάμνηση μιας ορισμένης εικόνας δεν είναι παρά η μελαγχολία της θύμησης μιας ορισμένης στιγμής και είναι τα σπίτια, οι δρόμοι, οι λεωφόροι, όλα φευγαλέα, αχ! σαν τα χρόνια”. Να το μεγαλύτερο πλήγμα αλλά συνάμα και κέρδος για τον συγγραφέα Προυστ, οι εικόνες γύρω του τον απογοητεύουν και τον συνεπαίρνουν οδηγώντας του σε έναν λογοτεχνικό οίστρο. Μαζί με τον Προυστ δύο ακόμα ιερά τέρατα θα γράψουν την δική τους ιστορία στο χαρτί, ο ένας είναι ο Ρόμπερτ Μουζίλ με το συγκλονιστικό «Άνθρωπος δίχως ιδιότητες” και ο άλλος ο Τζέιμς Τζόυς με τον «Οδυσσέα”, δύο συγγράμματα που χάραξαν και σφράγισαν την ιστορία της λογοτεχνίας, βιβλία που ακόμα αναλύονται και τυγχάνουν διαφόρων ερμηνειών.

Ο συγγραφέας πετυχαίνει με αυτό το βιβλίο και την πολύ πλούσια βιβλιογραφία στην οποία έχει ανατρέξει να μας προσφέρει ένα χρονικό περισσότερο από ένα μυθιστόρημα. Είναι ένας λογοτεχνικός ρεπόρτερ, ανταποκρίνεται πλήρως στην πρόκληση, την οποία ανέλαβε να παρουσιάσει σε μερικές εκατοντάδες σελίδες ένα μωσαϊκό για όλα αυτά που δεν γνωρίζαμε αλλά που επιθυμούσαμε να γνωρίσουμε. Παραθέτει πληθώρα πληροφοριών για αυτά που επηρέασαν ονόματα καλλιτεχνών που έζησαν στον πυρήνα των γεγονότων και άλλαξαν τον ρου της καλλιτεχνικής ιστορίας. Τα πολιτικά γεγονότα που ταράζουν την κοινωνία και άρα τους δημιουργούς που ζουν σε αυτή είναι το πιο απλό παράδειγμα, γεγονότα όπως η επερχόμενη διάλυση της πάλαι ποτέ ισχυρής Αυστροουγγαρίας. Και τι μας θυμίζει άραγε αυτό για την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και της Γιουγκοσλαβίας στην δύση του ίδιου αιώνα μερικές δεκάδες χρόνια αργότερα; Σύμπτωση ή μήπως η ιστορία επαναλαμβάνεταιq Διπλωματικά επεισόδια, άστατο πολιτικό κλίμα, πόλεμοι στα Βαλκάνια είναι μερικά από τα σημεία που μπορείς κανείς να υπογραμμίσει. Όλη αυτή η αναταραχή καθρεφτίζεται καθημερινά και η τέχνη γίνεται ολοένα και πιο ισχνή, δραματική, εμπνευσμένη όχι από κάποιους κήπους και χρώματα όπως λίγα χρόνια πριν αλλά από την φτώχεια, την θλίψη, την παρακμή, το μαύρο και το ειδεχθές. Καθόλου τυχαίο το γεγονός πως ο Όσβαλντ Σπένγκλερ εργάζεται πυρετωδώς πάνω στον πρώτο τόμο του βιβλίου του «Η παρακμή της Δύσης”, ένα βιβλίο σταθμός για τον 20ο αιώνα.

Το 1913 μεταξύ άλλων είναι η χρονιά των ερώτων, έρωτες ανεκπλήρωτοι ή ολοκληρωμένοι, έρωτες στα σπάργανα που ποτέ δεν ευδοκίμησαν, έρωτες διαλεγμένοι που εκμυστηρεύονται μέσα από γραπτά και σπέρνουν φλόγες πίστης και αφοσίωσης μέσα από την ποίηση και όχι μόνο. Ρίλκε και Ελεγείες του Ντουίνο, Κάφκα και Γράμματα στην Φελίτσε, Πικάσο και Εύα που σημαίνει μετάβαση από τον κυβισμό στον συνθετικό κυβισμό, μερικά από τα καυτά ζητήματα που απασχολούν την εποχή και τους δημιουργούς που ακροβατούν και γεύονται την αγάπη και τα παραλειπόμενά της ενώ στα έργα τους καταθέτουν όλη την δύναμή της. Ο ίδιος ο Κάφκα μας λέει ο συγγραφέας «έχει παραδεχτεί ότι δεν μπορεί να δημιουργήσει μεγάλη τέχνη αν υποκύψει στον έρωτα και στη ζωή”. Και σημειώνει ο ίδιος ο Κάφκα στο ημερολόγιό του: «Συνουσία ως τιμωρία για τη χαρά της συντροφικότητας. Να ζω όσο πιο ασκητικά μπορώ, πιο ασκητικά και από έναν εργένη, αυτή είναι η μόνη επιλογή για μένα”. Σε περίπου ίδιο μήκος κύματος ο ερωτοχτυπημένος Όσκαρ Κοκόσκα αναφερόμενος στην αγαπημένη του Άλμα, χήρα του Γκούσταβ Μάλερ θα γράψει: «Σε παρακαλώ, γλυκιά μου Άλμι, θωράκισε το γλυκό σου σώμα από επίβουλα μάτια και ενίσχυσε την αίσθησή μου ότι κάθε ξένο χέρι και κάθε περίεργη ματιά είναι ιεροσυλία απέναντι στο πανέμορφο κορμί σου”. Την ίδια αυτή χρονιά συμβαίνουν και άλλα σημαντικά, γεννιέται ο Αλμπέρ Καμύ, η Κοκό Σανέλ ανοίγει την πρώτη της μπουτίκ, ο Μαρσέλ Ντυσάν φτιάχνει το πρώτο ready-made και προκαλεί επανάσταση στον χώρο της τέχνης, η σχέση Ματίς-Πικάσο είναι στην καλύτερη φάση της και ο ένας νοιάζεται καλλιτεχνικά και ανθρώπινα για τον άλλο, ο Μαξ Μπέκμαν τα έχει βάλει με τον εαυτό του και την ίδια του την ύπαρξη στον κόσμο, ο Λώρενς δημοσιεύει το βιβλίο του «Γιοι και εραστές” ενώ ζει τον «παράνομο” έρωτα που θα τον οδηγήσει στο αριστουργηματικό «Ο εραστής της Λαίδης Τσάτερλι”. Και όλα αυτά ενώ ο Ζίγκμουντ Φρόυντ παραδέχεται πως «γράφω τώρα το Τοτέμ, με την αίσθηση ότι είναι το σπουδαιότερο, το καλύτερο, ίσως το καλύτερο τελευταίο μου βιβλίο”.

«Δεν ενδιαφέρομαι για το άτομό μου αλλά για τους άλλους, προπαντός για τις γυναίκες” Γκούσταβ Κλιμτ.

«Δεν θα ανεχτώ άλλους θεούς πριν από μένα” Όσκαρ Κοκόσκα.

«Ένας πόλεμος μεταξύ Αυστρίας και Ρωσίας θα ήταν πολύ χρήσιμος για την επανάσταση της Δυτικής Ευρώπης. Ωστόσο, είναι πολύ απίθανο να μας κάνουν αυτή τη χάρη ο Φραγκίσκος Ιωσήφ και ο Νικόλαος” Λένιν.

«Τι θλιβερό και δυσάρεστο να πρέπει να ασχολείται κανείς συνέχεια με τον εαυτό του. Μερικές φορές θα μου άρεσε, αν θα μπορούσα, να με ξεφορτωθώ” Μαξ Μπέκμαν.

Το βιβλίο του Florian Illies, 1913 Η χρονιά πριν από τη θύελλα, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Utopia.