Το 104 Κέντρο Λόγου και Τέχνης των Εκδόσεων Καστανιώτη παρουσιάζει το έργο της Χρύσας Σπηλιώτη, Ποιος κοιμάται απόψε, ένα έργο επίκαιρο όσο ποτέ, το οποίο προσεγγίζει με χιούμορ αλλά και σοβαρότητα το θέμα των αστέγων στο αστικό κέντρο.

Η συγγραφέας Χρύσα Σπηλιώτη μιλάει στο Culturenow για την δημιουργία του έργου, αλλά και τον γενικό κοινωνικό προβληματισμό που θέτει στον θεατή.

CultureNow: Το 104 Κέντρο Λόγου και Τέχνης των Εκδόσεων Καστανιώτη παρουσιάζει το έργο σας Ποιος κοιμάται απόψε, ένα έργο επίκαιρο όσο κανένα άλλο αυτήν την περίοδο. Πώς προσεγγίζετε στο θεατρικό σας έργο το πρόβλημα της στέγασης στα αστικά κέντρα όπως η Αθήνα; Κάνατε κάποια έρευνα όσων αφορά το ιστορικό κέντρο και την σημερινή του μορφή;

Χρύσα Σπηλιώτη: Φυσικά και έκανα έρευνα στο θέμα μου πριν ξεκινήσω να γράφω, αλλά η πρώτη-πρώτη έρευνα είχε γίνει σχεδόν από μόνη της. Μένω βλέπετε στο κέντρο της πόλης και περπατάω πολύ. Έτσι η κατάσταση των νεο-αστέγων στο κέντρο της Αθήνας, όπως και οι καταλήψεις κτιρίων μου ήταν ήδη γνωστά ζητήματα. Όταν λέω νεοάστεγους, εννοώ ανθρώπους που μέχρι πρότεινος είχαν και στέγη και αυτοκίνητο, ακόμα και κάποιο δίπλωμα πανεπιστημίου, αλλά παρ’ όλα αυτά κατέληξαν στο δρόμο. Το έργο βέβαια, δεν ασχολείται μόνο με τους άστεγους, αλλά με πολλές άλλες ομάδες ανθρώπων που βρίσκονται σε αδυναμία. Τους νέους, τους συνταξιούχους, τους μετανάστες, τους εργαζόμενους που χαπακώνονται για να τα βγάλουν πέρα στις ολονύχτιες κι απλήρωτες υπερωρίες τους.

 

C. N.: Παρόλο που όσα ζούμε και όσα θα ζήσουμε σύντομα είναι αρκετά τραγικά, εσείς προσεγγίζετε το θέμα με χιούμορ. Θεωρείτε πως το χιούμορ και η σάτιρα στα έντονα κοινωνικά προβλήματα λειτουργεί λυτρωτικά; Κάνει τους ανθρώπους να το σκεφτούν και να οικειοποιηθούν το θέμα ευκολότερα; 

Χ. Σ.: Σίγουρα με το χιούμορ μπορείς να προσεγγίσεις πολύ σκληρά θέματα χωρίς να πληγώσεις τόσο. Γελώντας με τα δεινά σου λυτρώνεσαι παίρνοντας απόσταση απ’ αυτά. Είναι δυνατό αντίδοτο το χιούμορ. Ίσως άλλωστε μπορείς να δεις ότι σε απασχολεί καλύτερα και καθαρότερα.

 

C. N.: Το έργο έχει ως κεντρικό μοτίβο ένα ακτιβιστικό δρώμενο συμπαράστασης στους αναξιοπαθούντες των Αθηνών, όπως αναφέρετε, το οποίο διοργανώνουν κάποιες κυρίες των βορείων προαστίων. Αυτή η εικόνα τελευταία γίνεται πολύ συχνά πραγματικότητα. Ολο και περισσότεροι άνθρωποι δημιουργούν ομάδες συμπαράστασης και αλληλεγγύης. Πιστεύετε πως αναλαμβάνοντας οι απλοί πολίτες πρωτοβουλίες μπορεί να αρχίσει να ελαφραίνει το πρόβλημα; Υπάρχουν υπέρ και κατά σε τέτοιες κινήσεις;

Χ. Σ.: Το ακτιβίστικο δρώμενο δεν είναι ακριβώς το κεντρικό μοτίβο του έργου, αλλά το μοτίβο που συνδέει όλες τις ιστορίες, δημιουργώντας ένα συνεκτικό ιστό σε διαφορετικά στιγμιότυπα που συμβαίνουν στο κέντρο της Αθήνας, στη διάρκεια μιας νύχτας. Όσον αφορά τους ακτιβιστές, δεν κατηγορώ κανέναν που θέλει να βοηθήσει τους άλλους, ούτε τον ειρωνεύομαι ούτε θέλω να καταργήσω το έργο κανενός. Απ’ την άλλη μεριά μπορείς να ρίχνεις φως και στις προθέσεις των ανθρώπων, έτσι κι αλλιώς η τέχνη έχει χρέος να δείχνει τα πράγματα απ’ όλες τις μεριές.

 

C. N.: Εσείς πως προβάλλετε το εγχείρημα των ευαίσθητων κυριών μέσα από το έργο σας;

Χ. Σ.: Σε γενικές γραμμές με συμπάθεια, χιούμορ και κριτική ματιά. Όλα αυτά μαζί.

 

C. N.: Μέσα από το έργο παρουσιάζετε την κατάσταση κάπως πιο επιδεινωμένη από ό,τι είναι μέχρι στιγμής. Πιστεύετε πως τα πράγματα θα δυσκολέψουν κι άλλο και μέχρι ποιο σημείο φαντάζεστε ότι μπορεί να φτάσουν;

Χ. Σ.: Ξεκίνησα να γράφω το έργο πριν από ένα χρόνο περίπου, διογκώνοντας τα πράγματα, θεωρώντας πως γράφω για ένα λίγο αόριστο μέλλον. Το μέλλον δυστυχώς έγινε ήδη παρόν και το έργο είναι σαν να γράφεται κάθε πρωί και να παίζεται το ίδιο βράδυ. Δεν έχουμε φτάσει βέβαια στο σημείο να έχουμε ένα εκατομμύριο άστεγους όπως γίνεται αναφορά στο έργο, αλλά έχουμε ήδη ένα εκατομμύριο άνεργους. Δυστυχώς φοβάμαι πως τα πράγματα θα δυκολέψουν πολύ περισσότερο, αλλά φυσικά δεν έχω μελλοντολογικό χάρισμα για να σας πω πού ακριβώς θα φτάσουμε. Σίγουρα πάντως πιστεύω πως αν δεν αντιδράσουμε δυναμικά, μόνο τα χειρότερα μας περιμένουν.

 

C. N.: Πιστεύετε πως έχουμε έρθει σε μια χρονική στιγμή που πρέπει η τέχνη γενικότερα, και το θέατρο ειδικότερα, να παίξει αφυπνιστικό, αλλά και ταυτόχρονα καθησυχαστικό ρόλο για όσα συμβαίνουν γύρω μας; 

Χ. Σ.: Το πολιτικό θέατρο παίζει κάποιο αφυπνιστικό ρόλο, αλλά για μένα να σας πω την αλήθεια ακόμα και το πολιτικό θέατρο είναι μια πιο έμμεση διαδικασία. Ρωτώντας με αν μπορεί να παίξει ρόλο αφυπνιστικό και καθησυχαστικό ταυτόχρονα, είναι σαν να δίνετε στους καλλιτέχνες το ρόλο του παιδαγωγού ή του μπροστάρη σε κάποια επανάσταση κι αυτό το ρόλο προσωπικά τον αποποιούμαι. Η τέχνη για μένα απευθύνεται πολύ περισσότερο στο ασυνείδητο παρά στο συνειδητό μέρος του ανθρώπου. Κάτι σαν τα όνειρα. Κι απ’ αυτή την άποψη βέβαια και αφυπνίζει και καθησυχάζει αλλά μ’ έναν άλλο τρόπο. Όπως στον ύπνο μας ακόμα κι ένας εφιάλτης, κάτι εξισορροπεί απ’ τις αντίρροπες δυνάμεις που λειτουργούν μέσα μας.

 

C. N.: Κάνετε σχέδια επαγγελματικά; Υπάρχει ακόμα έμπνευση για δημιουργία και νέα έργα ή παρατηρείτε και στον εαυτό σας ίσως κάποιο δισταγμό ή μια ελαφρά απαισιοδοξία;

Χ. Σ.: Πιστεύω πως οι κρίσεις ευνοούν γενικά τις τέχνες γιατί η τέχνη γενικότερα ασχολείται κυρίως με τα προβλήματα των ανθρώπων. Προσωπικά πάντως ναι, αυτή την απαισιόδοξη εποχή ψάχνω να βρω τις δυνάμεις για να γράψω ένα νέο έργο.