Τον τελευταίο καιρό ακούω και διαβάζω συνεχώς ότι η λογοτεχνική προσέγγιση της κρίσης είναι δύσκολο εγχείρημα, ότι μπορεί να οδηγήσει στην αναπαραγωγή τετριμμένων στερεότυπων ή σε κείμενα που μικρή διαφορά θα έχουν από τα σχετικά ρεπορτάζ των εφημερίδων. Κατανοώ τις επιφυλάξεις. Κατανοώ επίσης, δημοσιογράφος ων, τη δυσανεξία πολλών σε κάθε απόπειρα δημοσιογραφικής προσέγγισης της πραγματικότητας (αν και εξακολουθώ να πιστεύω – όχι από επαγγελματική ιδιοτέλεια – ότι, ακόμη και σήμερα, η δημοσιογραφία δεν είναι πάντοτε «η εκπόρνευση λόγου και γραφής», όπως διαπίστωνε πριν από μερικές δεκαετίες ο Μάλκολμ Λόουρι).

Συμφωνώ ότι είναι πράγματι πολύ δύσκολο και ριψοκίνδυνο να επιχειρήσει κανείς να προσεγγίσει με λογοτεχνικούς όρους τόσο αυτή καθαυτή την κρίση όσο και τις γενεσιουργές αιτίες της και τις ποικίλες συνέπειές της – πολύ περισσότερο μάλιστα όταν δεν έχει την πολυτέλεια της χρονικής και, ενδεχομένως, της ψυχικής απόστασης από τα γεγονότα. Πιστεύω, όμως, ότι η ισχυρή λογοτεχνία, η λογοτεχνία που αξίζει να διαβάζουμε, έχει αυτόν ακριβώς τον σκοπό:  Να καταπιάνεται με τα δύσκολα.  Να ρίχνει φως στο σκοτάδι.  Να δίνει πρόσωπο στο σκοτάδι.

Συνεπώς, το ερώτημα δεν είναι αν κρύβει δυσκολίες η απόπειρα του συγγραφέα να προσεγγίσει λογοτεχνικά την κρίση. Το ερώτημα είναι τι λογοτεχνία θέλουμε να γράφουμε και να διαβάζουμε, αν όχι τη λογοτεχνία που τολμάει να αναμετρηθεί με τέτοιες δυσκολίες;

Η λογοτεχνία, έτσι όπως την αντιλαμβάνομαι εγώ, δεν είναι για τους λιγόψυχους – συγγραφείς και αναγνώστες. Η λογοτεχνία προσφέρει παρηγοριά. Ακόμη πιο σημαντικό: προσφέρει εμψύχωση. Αλλά η παρηγοριά και η εμψύχωση έρχονται μέσα από τη δοκιμασία. Η λογοτεχνία είναι δοκιμασία, τόσο για εκείνον που τη γράφει όσο και για εκείνον που τη διαβάζει. Και, ειλικρινά, δεν μπορώ να σκεφτώ άλλο θέμα που να κεντρίζει την ικανότητα της λογοτεχνίας να προσφέρει παρηγοριά και εμψύχωση – μέσα από την δοκιμασία – περισσότερο απ’ όσο η κρίση των τελευταίων χρόνων στην Ελλάδα και συνολικά στην Ευρώπη.

Κανένας, φυσικά, δεν μπορεί να υποχρεώσει έναν συγγραφέα να γράψει για την κρίση. Σε αυτά τα πράγματα δεν χωράνε καταναγκασμοί. Οι επιλογές ενός συγγραφέα εξαρτώνται από τα βιώματά του, την ευαισθησία του, το εύρος της συνείδησής του. Αναρωτιέμαι, όμως, πώς είναι δυνατόν ένας συγγραφέας να μην δελεάζεται από τα όσα συγκλονιστικά πρωτόγνωρα συμβαίνουν σε αυτή τη χώρα τα τελευταία χρόνια. Ίσως, βέβαια, εδώ να παίζουν ρόλο και τα βιώματα: Αν δεν έχεις νιώσει την ένταση και την αγωνία του βιοπορισμού, αν δεν ξέρεις τι θα πει να έρχεται το τέλος του μήνα και να μην έχεις τα χρήματα του ενοικίου ή της δόσης του στεγαστικού δανείου, ίσως να αισθάνεσαι ότι δεν μπορείς – ή δεν ενδιαφέρεσαι – να γράψεις για τέτοια πράγματα. Και πάλι αναρωτιέμαι όμως: Πρέπει να είσαι φτωχός, για να γράψεις για τους φτωχούς; Πρέπει να είσαι άνεργος, για να γράψεις για τους άνεργους; Πρέπει να είσαι τυφλός, για να γράψεις για τους τυφλούς;

Σε ό,τι με αφορά, ο βιοπορισμός – και ειδικά σε συνθήκες γενικευμένης κρίσης – είναι ένα από τα μεγαλύτερα θέματα που (πρέπει να) απασχολούν τη σύγχρονη λογοτεχνία. Ο βιοπορισμός είναι το σημείο όπου συγκλίνουν οι τεκτονικές πλάκες των εξουσιαστών και των εξουσιαζόμενων. Εκεί γεννιούνται πολλές από τις σεισμικές δονήσεις (άλλες ισχυρές, άλλες υπόκωφες, αλλά όχι λιγότερο επικίνδυνες) που διαμορφώνουν όχι μόνο την καθημερινότητα των απλών ανθρώπων αλλά την ίδια τη συνείδησή τους – γιατί η εξουσία δεν διαφθείρει ούτε διαφθείρεται: η εξουσία είναι ταυτόσημη με τη διαφθορά της. Ο σεισμός που ταρακουνάει την Ελλάδα τα τρία τελευταία χρόνια δεν μεταβάλλει μόνο το τοπίο της καθημερινότητάς μας, αλλά και το τοπίο της συνείδησής μας, ατομικής και συλλογικής. Αν δεν είναι αυτό ένα θέμα που θα έπρεπε να απασχολεί έναν συγγραφέα, τότε μάλλον πρέπει να αναθεωρήσουμε τις απόψεις μας για το τι σημαίνει λογοτεχνία.

Πιστεύω ότι η λογοτεχνία πρέπει να αρδεύεται από τις συνθήκες και τα ρεύματα της εποχής της, αλλά να μην πλημμυρίζει από αυτά. Πιστεύω επίσης ότι η λογοτεχνία είναι το σταυροδρόμι όπου ο συγγραφέας διασταυρώνεται με τον τόπο, τον χρόνο και την αιωνιότητα. Συνεπώς, είναι χρέος του συγγραφέα να παλεύει να συναιρέσει το «εδώ» και το «τώρα» με την αιωνιότητα – δηλαδή με το ήθος και τις αξίες που κρατάνε την ανθρώπινη ψυχή ζωντανή και φλέγουσα παρά τις αμέτρητες κρίσεις που έζησε, ζει και θα ζήσει.

Η αποστολή είναι, αναμφίβολα, δύσκολη, επώδυνη, επικίνδυνη. Η επιτυχία δεν είναι πάντοτε δεδομένη. Αλλά έτσι πρέπει να είναι η λογοτεχνία που αγαπάμε: για τα δύσκολα.

Info: Ο Χρήστος Οικονόμου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1970. Έχει δημοσιεύσει τις συλλογές διηγημάτων «Η γυναίκα στα κάγκελα» (Ελληνικά Γράμματα, 2003) και «Κάτι θα γίνει, θα δεις» (Πόλις, 2010), που τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος και ήταν υποψήφια για το βραβείο διηγήματος του περιοδικού Διαβάζω και το βραβείο Balkanika. Διηγήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τα γαλλικά, τα γερμανικά και τα ιταλικά. Ζει στην Αθήνα και εργάζεται ως δημοσιογράφος και μεταφραστής.  

*Αναδημοσίευση από το περιοδικό Culturenow Mag, τεύχος 25