Παρτιτούρες, ιδιότυπα μουσικά θέματα και σκορ που λειτουργούν αυθύπαρκτα, και που εκτός από την καθιερωμένη σύνδεση τους με τη μουσική, ενεργοποιούν κι άλλες λειτουργίες πέραν του ήχου, όπως την κίνηση του σώματος, την αλληλεπίδραση και επικοινωνία μεταξύ ατόμων μιας ομάδας κ.ά.

Καθόλου τυχαία, το ίδιο το κτίριο του Ωδείου συμβάλλει από άποψη μορφολογίας και λειτουργίας του σε αυτό. Περπατώντας στην εντυπωσιακά επιμήκη στοά του κι αφήνοντας κανείς ελεύθερη τη φαντασία του, μπορεί να το παραλληλίσει με παρτιτούρα πάνω στην οποία καταγράφονται κάθε στιγμή δράσεις και ήχοι, είτε από τις πάνω αίθουσες διδασκαλίας του Ωδείου, είτε από τις πρόβες χορευτών που συχνά «καταλαμβάνουν» τη στοά, τους σκέιτερς που αξιοποιούν στο έπακρο τη λεία μαρμάρινη επιφάνεια του διαδρόμου, και από την ασταμάτητη κίνηση στους δρόμους της πόλης, στην οποία το κτίριο τόσο γενναιόδωρα ανοίγεται.

Στον πυρήνα της έκθεσης, αλλά και ως μεθοδολογικό πλαίσιο της συνεργασίας των καλλιτεχνών και της ομάδας της documenta 14, βρίσκεται το όραμα ορισμένων προσωπικοτήτων μιας παλαιότερης γενιάς που η ρηξικέλευθη πρακτική τους άνοιξε το δρόμο για επίκαιρες αναζητήσεις. Καλλιτέχνες, φιλόσοφοι, αρχιτέκτονες, μουσικοί, πάνω από όλα άνθρωποι με βαθύτατα ουμανιστικό όραμα, συνυπάρχουν με έργα σύγχρονων δημιουργών που μοιράζονται κοινές ανησυχίες για τη συλλογικότητα, τον ήχο ως γλώσσα επικοινωνίας, την επιτελεστικότητα και τη συμμετοχική δράση ως μέσο για συνύπαρξη, μεταξύ άλλων.

Ο αρχιτέκτονας του Ωδείου, Ιωάννης Δεσποτόπουλος (1903-1992) συμπεριλαμβάνεται ανάμεσα στους καλλιτέχνες της documenta 14, και το κοινωνικό του έργο, που διαμορφώθηκε εν μέρει από το ριζοσπαστικό Bauhaus καθώς και από το όραμα του για μια σοσιαλιστική-δημοκρατική πόλη, αντανακλάται στις μακέτες του για το Πνευματικό Κέντρο Αθηνών, από το οποίο το Ωδείο είναι το μόνο που πραγματοποιήθηκε. Επιπλέον, το γνήσιο ενδιαφέρον του για την ελληνική λαϊκή τέχνη και αρχιτεκτονική, φανερώνεται σε ορισμένα εξαιρετικά σχέδια του, που εκτίθενται επίσης στο δωμάτιο αφιερωμένο στο έργο του.

Από τον διπλανό χώρο κυκλοφορούν ηχητικά αποσπάσματα από το έργο «Επίκυκλος» (1968) του σπουδαίου συνθέτη Γιάννη Χρήστου (1926-1970) που αναπόφευκτα σε προκαλούν να «διαβάσεις» τις αρχιτεκτονικές μακέτες του Δεσποτόπουλου μέσα από τη γλώσσα της μουσικής. Με έμπνευση το έργο του Χρήστου, η διατάραξη των κανόνων, η διεύρυνση των ορίων της μουσικής και η ελεύθερη προσάρτηση στοιχείων από άλλα πεδία,  το κάλεσμα για ανοιχτή συμμετοχή, και πιο συγκεκριμένα η έννοια του ‘continuum που ο ίδιος ανέπτυξε, προσέφεραν το εννοιολογικό πλαίσιο εργασίας για την documenta 14. Στην ιδιότυπη σημειογραφία του Χρήστου είναι εντυπωσιακή η πολυμορφία, η ελεύθερη απόδοση σε φθόγγους μουσικούς ή γλωσσικούς, σε σχήματα, λέξεις, ψηφία, αναπαραστάσεις κινήσεων, σκαριφήματα κ.ά. Οι δράσεις του δεν συνδέονται απαραίτητα ή αποκλειστικά με τη μουσική και την περφόρμανς, αλλά ανοίγουν το πεδίο για πειραματισμό, για το τυχαίο και το απρόβλεπτο, για το μοναδικό ή/και εφήμερο γεγονός.

Σε παρόμοιο πλαίσιο, παρτιτούρες άλλων πρωτοπόρων συνθετών όπως της Pauline Oliveros (1932-2016) εκπλήσσουν όχι μόνο για τους ριζοσπαστικούς αυτοσχεδιασμούς ή τη διεύρυνση της αντίληψης του ήχου μέσα από απλές βασικές οδηγίες που αναφέρονται στο διαλογισμό όπως συνοψίζεται στο έργο ζωής της, αλλά και για την εικαστική τους αξία. Επίσης, το μουσικό ανσάμπλ Scratch Orchestra που ίδρυσε ο Cornelius Cardew (1936-1981) ανέτρεψε εξίσου την καθιερωμένη φόρμα και κατήργησε τις ιεραρχίες μεταξύ μουσικών και θεατών, εξερεύνησε μορφές συλλογικότητας και συμβίωσης μέσα σε μια ελεύθερη, δημοκρατική οντότητα: ντοκουμέντα από τον κοινοβιακό τρόπο ζωής τους, σχέδια και σκορ, είναι όλα διαθέσιμα και ανοιχτά προς όλους, ως πρό(σ)κληση, υπόσχεση και δυνατότητα. Πώς αυτή η γνώση και εμπειρία σημασιοδοτούν την πρακτική σύγχρονων καλλιτεχνών, πώς τα σκορ σχετίζονται με τις εικαστικές τέχνες, αλλά ακόμη με την αρχιτεκτονική, την ποίηση και την περφόρμανς και τι νόημα παράγουν για τη σημερινή κοινωνική πραγματικότητα, είναι κάποια από τα ερωτήματα που επανέρχονται συχνά.

O Guillermo Gallindo & η Nevin Aladag με έργα τους που βρίσκονται σε ένα από τα υπόγεια του Ωδείου και τα οποία ενεργοποιούνται ανά διαστήματα με πειραματικές περφόρμανς, αναθεωρούν την έννοια του μουσικού οργάνου και τα όρια του έργου τέχνης, καθώς η λειτουργία τους αλλάζει. Μπορούν να είναι γλυπτά, αλλά και μουσικά όργανα αναλόγως με τη χρήση και τη συνθήκη. Συγκεκριμένα, τα όργανα του Gallindo, οι παρτιτούρες και οι περφόρμανς του δίνουν φωνή σε ανθρώπινες ιστορίες που έμειναν σιωπηλές, χρησιμοποιώντας τον ήχο ως μέσο που έχει τη δύναμη να απευθύνεται σε όλους πέρα από τα σύνορα της γλώσσας. Αντικείμενα πραγματικά και μάλιστα πολύ φορτισμένα όπως στην περίπτωση του Gallindo, ή όπως στης Aladag, κοινά, χρηστικά αντικείμενα, μεταμορφώνονται σε εργαλεία που δυνητικά μπορούν να χρησιμοποιηθούν συλλογικά με αποτέλεσμα απρόβλεπτο και μοναδικό κάθε φορά.  Σε μια ελεύθερη προσέγγιση της έννοια του σκορ, το ιδιαίτερα συγκινητικό ηχητικό περιβάλλον του Emeka Ogboh, μεταγράφει ιστορίες και ντοκουμέντα από οικονομικές καταστροφές σε ένα υβριδικό παραδοσιακό μοιρολόι. Παρόμοια, η ηχητική εγκατάσταση και οι παρτιτούρες της Lala Rukh μεταφράζουν σε σημεία και σύμβολα την διαδικασία της δημιουργίας τους, που είναι εμποτισμένη αφενός με στοιχεία της Ινδικής καλλιγραφίας και σημειογραφίας, αφετέρου με εμπειρίες από την ακτιβιστική φεμινιστική της δράση.

Σε άλλους δημόσιους χώρους στην πόλη διάσπαρτοι ήχοι πιθανόν να σας ξαφνιάσουν, όπως τα μεγάφωνα από το έργο του Pope L. «Καμπάνια των Ψιθύρων», βασισμένη σε μια παρτιτούρα A3 που αποτελείται από θραύσματα ιστοριών, συλλογικών και προσωπικών. Στο Λύκειο του Αριστοτέλη, πολύ κοντά στο Ωδείο, η ομάδα  Postcommodity μετατρέπει σε ήχους ιστορίες που αφορούν την αναγκαστική μετακίνηση και τον εκτοπισμό ανθρώπων. Σε έναν ιστορικό χώρο όπου η κίνηση του σώματος (περπάτημα) και η κίνηση του μυαλού (σκέψη) συνδέθηκαν για πρώτη φορά μέσα από τα διδάγματα της Περιπατητικής Σχολής, το έργο φορτίζεται με πολλαπλά νοήματα.  Ή λίγο παραπάνω, μια συμφωνία βατράχων εκτελείται στους κήπους του Βυζαντινού μουσείου, του Benjamin Patterson (1934-2016), ένας από τους πρωτεργάτες του Fluxus, κίνημα της πρωτοπορίας που αναθεώρησε ριζικά την έννοια του μουσικού σκορ.

Τέλος, οι παρτιτούρες της θρυλικής χορογράφου Anna Halprin στο ΕΜΣΤ και ιδιαίτερα στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, όπου εκτίθενται μαζί με υλικό από την εκπαιδευτική της δραστηριότητα και τις συλλογικές δράσεις στο περίφημο dance deck της στην Καλιφόρνια ήδη από τα μέσα του 1960, πέραν του ότι αποτελούν έναν ύμνο στην σύμπραξη διαφορετικών μορφών τέχνης σε πρωτοποριακό επίπεδο, (αρχιτεκτονική, χορός, μουσική, εικαστικών), και τη σύνδεση τους με το φυσικό περιβάλλον, μας υπενθυμίζουν τη θεραπευτική διάσταση που έχουν συλλογικά η επίγνωση της κίνησης του σώματος και η δημιουργική συνύπαρξη.


Φωτογραφία θέματος: Anna Halprin, Score for Male and Female Dance Rituals (Παρτιτούρα για το έργο Ανδρικές και γυναικείες τελετουργίες χορού), 1978, άποψη εγκατάστασης, Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (ΕΜΣΤ), Αθήνα, συλλογή: Museum of Performance + Design, Σαν Φρανσίσκο, documenta 14, φωτογραφία: Mathias Völzke


Για την πλήρη λίστα των συνεργαζόμενων φορέων και εκθεσιακών χώρων της documenta 14, δείτε εδώ.
Περισσότερες πληροφορίες: www.documenta14.de