«Τα πορφυρά πανιά» του άγνωστου στην Ελλάδα Αλεξαντρ Γκριν έχει τα χαρακτηριστικά ενός παραμυθιού όμοιου με εκείνα του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, την μεταφυσική χροιά της φιλοσοφικής τριλογίας του Μπαλζάκ (Σεραφίτα, Εξόριστοι και Λουί Λαμπέρ) και τον γήινο και ψυχολογικό παλμό των ντοστογιεφσκικών συγγραμμάτων. Είναι όλα αυτά μαζί αλλά συνάμα είναι μία μοναδικότητα που δεν χωράει αναλύσεις και χαρακτηρισμούς.

Ο Γκριν πλανάται και παλινδρομεί ανάμεσα στο ονειρικό και το πραγματικό, συνομιλεί με τις επιθυμίες του και εφορμά προς τον αναγνώστη με διάθεση να τον ταρακουνήσει και να τον ταξιδέψει σε ένα σύμπαν αποκλειστικά δικό του. Γιατί αυτή η ιστορία είναι η μάχη της δικής του φυγής προς έναν άλλο προορισμό μιας και αυτός εδώ τον είχε καταδικάσει στην απομόνωση και την αποξένωση.

Ο Γκριν υπήρξε μία μελαγχολική φυσιογνωμία της μεγάλης ρωσικής σχολής, η συγγραφική του πορεία πέρασε από μύρια κύματα χωρίς ποτέ να αναγνωριστεί και έφυγε από την ζωή πένης και καταφρονεμένος, αδικημένος και ξεχασμένος. Ένας ακόμα «καταραμένος» συγγραφέας, μία ευγενική μορφή ανάξια (δηλαδή πέραν) του καιρού του που δεν κατάφερε να ορθοποδήσει, όχι γιατί δεν μπόρεσε αλλά γιατί το περιβάλλον δεν τον ήθελε. Κάποτε ο Μάξιμ Γκόρκι έμελλε να τον προστατεύσει και να τον υπερασπιστεί, στην συνέχεια τον παράτησε σαν το άλογο που γέρασε πια, δεν το χρειάζεσαι και το πετάς στον δρόμο. Έγινε έρμαιο και υποχείριο του αδυσώπητου κομματικού μηχανισμού της εποχής που τον χρησιμοποίησε για να υφαρπάξει ό,τι ήταν δυνατό από τον δυναμισμό του λόγου του και των κειμένων του. Εκείνος ποτέ δεν στάθηκε σε καμία όχθη πολιτική, πάντοτε βρισκόταν στις προσωπικές του επάλξεις μοναχικός καβαλάρης μαχόμενος για την αξιοπρέπεια της ψυχής του, έτσι όπως έκανε και ο ομοϊδεάτης Ντοστογιέφσκι. Το τίμημα που πλήρωσε για την τέχνη του ανταμείφθηκε έστω και κατόπιν εορτής στο πρόσωπό του, σήμερα που πλατείες και λογοτεχνικοί διαγωνισμοί έχουν λάβει το όνομά του. Αυτή μήπως δεν είναι ικανοποίηση για έναν δημιουργό και απάντηση σε όλους αυτούς που τον χλεύαζαν; Αυτό το βιβλίο γράφτηκε το 1923 και έμελλε στα χρόνια που θα ακολουθούσαν να στιγματίσει την λογοτεχνία και τους κριτικούς, χαρίζοντας αναμφίβολα στον Γκριν την υστεροφημία που άξιζε.

Ως παιδί παραμελημένο ο ίδιος και αναγκασμένος να ζει στην αβεβαιότητα και την ανασφάλεια, η χαρά της παιδικής ηλικίας ήταν για εκείνον σαν ένα άστρο που ατένιζε ψηλά στον ουρανό και δεν επρόκειτο ποτέ να το φτάσει. Επιθυμούσε να γίνει ναυτικός αλλά η ζωή δεν φρόντισε να του πραγματοποιήσει την λαχτάρα του αυτή. Του χάρισε όμως μία θεόσταλτη έμπνευση και μία παιδική ψυχή που παρά τις αντιξοότητες και τον πόλεμο που δέχτηκε από τους σύγχρονούς του, κατάφερε να την κρατήσει και να αντλήσει από αυτήν ιστορίες που μόνο η αθωότητα και η αγνότητα ενός παιδικού μυαλού μπορεί να συλλάβει. Εκείνος με την ψυχή του να χαμογελάει και να σπέρνει ευτυχία οδηγεί το πλοίο με τα πορφυρά πανιά, εκείνο που ποτέ δεν βουλιάζει γιατί τα νερά που το κινούν είναι γαλήνια και ειρηνικά.

Στην ιστορία που με φαντασία και αγάπη έπλασε – αυτά είναι τα όπλα και τα τόξα του – παίζει με την ανθρώπινη φύση και κωπηλατεί ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα του πραγματικού και άδικου αυτού κόσμου, πρεσβευτής ο ίδιος των δικών του βιωμάτων θα αναλάβει να δράσει για χάρη των ηρώων του και να τους προσφέρει την σωτηρία. Την σωτηρία της δικής του ζωής θα εξασφαλίσει με πάθος δια μέσου της γραφής του. Σε μία χώρα της φαντασίας μεταφέρει τον αναγνώστη για να του γνωρίσει την Ασσόλ, ένα κορίτσι που σαν άλλη Ιουλιέτα περιμένει – μετά την συνάντησή της με τον μάγο στο δάσος που της διαμήνυσε την προφητεία του – να έρθει ο πρίγκιπας της, ο Ρωμαίος της και να την πάει μακριά εκεί που δεν υπάρχουν μίση και αντιθέσεις, εκεί που θα απολαύσει τους καρπούς μίας ζωής χωρίς στενοχώριες. Το καράβι που θα την παραλάβει έχει πορφυρά πανιά, εκπέμπει φως και λάμπει από καθαρότητα. Μοιάζει με αυτό που ο πατέρας της έφτιαξε σε μικρογραφία και της χάρισε για να το βλέπει να επιπλέει στο νερό, ένα παιχνίδι που παίρνει πραγματικές διαστάσεις. Γιατί τι είναι η ζωή πέρα από ένα παιχνίδι γεμάτο εκπλήξεις? Αν η ζωή είναι ένα απέραντο φρούριο τότε για να καταφέρεις να αποδράσεις και να ζήσεις κάτι διαφορετικό οφείλεις να βρεις τον τρόπο να υψώσεις τα δικά σου πανιά και ας μην είναι πορφυρά.

Σε εκείνο τον κόσμο της υπόσχεσης για να επανέλθουμε – είναι άραγε ένας παράδεισος του ίδιου του Γκριν? – η πλάστιγγα γέρνει συνεχώς και αδιαλείπτως υπέρ της άσπιλης και αμόλυντης αγάπης, οι θησαυροί της ζωής αστείρευτοι, καθημερινοί, είναι φάροι και πυγολαμπίδες σε μία μέρα που δεν ξέρει συννεφιές. Ακόμα και αν προκύψουν βροχές αυτές είναι στον ουρανό γιατί κανένα μαύρο σημάδι δεν μπορεί να προσβάλει την αγάπη που απλώνεται όπως τα κυκλάμινα στην πεδιάδα. Η Ασσόλ παλεύει να ξεφύγει από τις μικροψυχίες και τις μικροαστικές συμπεριφορές στο χωριό που ζει και που σαν κεραυνοί προσβάλλουν παράλογα και μικροπρεπώς εκείνη και τον πατέρα της. Σε μία κοινωνία που δεν μπορείς να πετάξεις – ο Γκριν πάντα πίστευε πως ο άνθρωπος μπορεί να «πετάξει» – απλώνεις τα δικά σου φτερά και σαν ένας Πίτερ Παν ίπτασαι των υπολοίπων αφήνοντάς τους στην μιζέρια τους και την κακεντρέχειά τους. Η Ασσόλ περιμένει την στιγμή της επαλήθευσης της προφητείας και ο Γκρέυ, ο καλός της – πολύ πιθανόν ο Γκρέυ να είναι ο ίδιος ο Γκριν αν αναλογιστούμε και το παραπλήσιο των ονομάτων τους – έρχεται να την απελευθερώσει από τα δεσμά του κακού που τόσο καιρό διοχέτευσε τόσο σε εκείνη όσο και στον πατέρα της πίκρα και απόρριψη. Ο πατέρας της λέει χαρακτηριστικά: «Αχ, Ασσόλ, μήπως ξέρουν ν’ αγαπούν; Πρέπει να ξέρεις ν’ αγαπάς, κι αυτοί δεν μπορούν να το κάνουν».

Κανείς δεν πάει χαμένος αν πιστεύει στα όνειρά του και παλεύει για αυτά, ο Γκριν μέσα στην καταχνιά και τα σβησμένα φώτα που για αυτόν ποτέ δεν άναψαν ρίχνει αχτίδες ελπίδας σε αυτούς που δεν καταλαβαίνουν. Εξάλλου όπως λέει και ο ίδιος ο συγγραφέας: «Η θάλασσα και η αγάπη δεν ανέχονται τους σχολαστικούς». Ακόμα και σε χαλεπούς καιρούς εκείνος αν και σιωπηλός ως προς την παρουσία του και μικρός στο ανάστημά του μίλησε δυνατά και η φωνή του αναδύθηκε μεγαλειωδώς όπως στον Μποτιτσέλι η Αφροδίτη μέσα από το κοχύλι.

«Αυτό που κάνω υπάρχει, όπως η παλιά αντίληψη για το όμορφο και το άπιαστο, το οποίο, στην πραγματικότητα είναι τόσο χειροπιαστό και πιθανό, όσο μία βόλτα στην εξοχή»

Το βιβλίο του Αλεξαντρ Γκριν, Τα πορφυρά πανιά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κίχλη. Διαβάστε πληροφορίες για το βιβλιο, εδώ.