«Είμαι χιουμορίστας, κλόουν, σχοινοβάτης, προβοκάτορας, τα έργα μου κάνουν τα αδύνατα δυνατά για να ικανοποιήσουν, είμαι τσίρκο, λυρισμός, ποίηση, τρόμος, πάλη, πλάκα και παιχνίδια – τι άλλο θέλετε?» είχε δηλώσει ο Γκομπρόβιτς. Ο κόσμος του Γκομπρόβιτς είναι ένας ιδιόρρυθμος τόπος, μία έκφανση ενός τοπίου παράλογου και απροσδιόριστου. Δεν πρόκειται για ένα μυθιστόρημα κοινότοπο και πεπατημένο γιατί ο συγγραφέας εντάσσει σε αυτό στοιχεία δικής του προέλευσης σε ένα μείγμα που αγγίζει τα όρια του αναγνώστη, τον περιπλέκει, τον αναστατώνει και του προκαλεί ερωτήματα πάσης φύσεως για αυτό με το οποίο καταπιάνεται, ο ίδιος ανέκαθεν ήθελε ο αναγνώστης να ταράζεται. Μοιάζει να μην έχει υπόθεση και συγκεκριμένη κατεύθυνση η ιστορία του αυτή και θεωρώ πως σκοπός του είναι να πλάσει με τις λέξεις του ένα σύνολο φράσεων και παραγράφων που δεν θα βρουν κατάληξη. Είναι ένας λαβύρινθος σκέψεων, μαθηματικών ενοράσεων και μεταφυσικών αστραπόβροντων γιατί το παράθυρο είναι ανοικτό και ο καιρός παίζει τα δικά του παιχνίδια παρέα με τους ανθρώπους.

Ο Γκομπρόβιτς σε αυτό το μυθιστόρημα που γράφτηκε το 1964 ξεπερνάει κάθε τυπικότητα και κάθε μανιέρα και μας καλεί να εντρυφήσουμε σε μία πραγματικότητα μακριά από στερεότυπα. Παρουσιάζει τον μικροαστισμό των ανθρώπων, αυτών που δεν μπορούν να επικοινωνήσουν και βυθίζονται ο καθένας στις δικές του προσλαμβάνουσες ακυρώνοντας κάθε διάθεση για συμμετοχή. Ο Γκομπρόβιτς εγκιβωτίζει το παράδοξο παρέα με το φιλοσοφικό στοιχείο, το ιλαρώδες με το ανεξήγητο σε ένα σύγγραμμα που κρύβει μία τρέλα και μία παρωδία όμοια με αυτή του Μπορίς Βιάν στον Αφρό των Ημερών με την διαφορά πως εδώ ο Γκομπρόβιτς έχει την τάση να σαρκάζει καταστάσεις, να είναι καυστικός με τα κοινωνικά δρώμενα σε μία πολωνική κοινωνία που γνώρισε και από την οποία θέλησε να απαλλαγεί γιατί αυτή τον αρνήθηκε. Έφυγε για το Παρίσι όταν στην Πολωνία του απαγορεύτηκε η έκδοση των έργων του, σαν ο ίδιος να ήταν μίασμα και απειλή για το γίγνεσθαι της πατρίδας του. Είναι ένα βαθιά αυτοαναφορικό μυθιστόρημα που βρίθει ταχύτητας λόγου μέσα από την ιστορία δύο νεαρών, του Φουξ και του Βίτολντ, οι οποίοι θα βρεθούν σε μία πανσιόν για να περάσουν τις διακοπές τους. Εκεί θα αντιμετωπίσουν διάφορα περίεργα συμβάντα, τα οποία θα επιχειρήσουν να αναλύσουν και να ερμηνεύσουν με αποτέλεσμα να αναζητούν και οι ίδιοι την αλήθεια μέσα στο ψέμα και την μεταφυσική αύρα.

Η γλώσσα του Γκομπρόβιτς είναι αυτή που διατηρεί το ενδιαφέρον αναλλοίωτο καθώς εγείρει το στοιχείο του γελοίου, του χειμαρρώδους διασυρμού των μορφών του έτσι όπως εκείνος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως διασκεδαστή κατά τα πρότυπα του Γκόγκολ τον οποίο και μνημονεύει. Μήπως άλλωστε και ο Γκόγκολ της κοινωνίας τις αδυναμίες και κατά προέκταση των ανθρώπων δεν έφερνε στην επιφάνεια κάθε φορά που τα μικροπρεπή ιδεώδη παράσερναν κάθε έννοια λελογισμένης σκέψης? Ο Γκομπρόβιτς δεν προσπαθεί να μασκαρέψει τίποτα, ρίχνει όλο το γάλα δίχως φόβο και πάθος, οι ιστορίες του είναι φανταστικές και κινούνται σε αιθέρες άγνωστους γιατί θέλει αυτό το ψυχαναλυτικό κομμάτι να αγγίξει με την εμβάθυνση σε χαρακτήρες που τείνουν προς την αυθαιρεσία. Δεν μπορεί να πει κανείς αν ο ίδιος επιθυμεί να χτίσει μία υπόθεση ή αν αρμενίζει δεξιά αριστερά σαν το πλοίο που το χτυπάει το κύμα. Γιατί οι πρωταγωνιστές του αν και παρόντες σε ένα περιβάλλον περίπου οικογενειακό και φιλόξενο γίνονται δέκτες σχολίων, ανακρίσεων, παρατηρήσεων και έρχονται αντιμέτωποι με την μοναχικότητά τους, το εγώ τους, την ίδια τους την ύπαρξη που παραμένει μετέωρη.

Πρόκειται για ένα σαφώς εγκεφαλικό μυθιστόρημα, ένα θερμό επεισόδιο μιας ζωής που ο ίδιος γεύτηκε και ως περιπλανητής και περιηγητής θέλησε να αποτυπώσει. Το επίμετρο της έκδοσης αποκρυπτογραφεί έγκυρα και επιτυχημένα κάθε έκφανση αυτού του ιδιότροπου όσο και αινιγματικού ανθρώπου που δεν εντάχθηκε αλλά κρίθηκε από τους συμπατριώτες του ως κάτι ξένο και παρείσακτο. Ο ψυχικός του κόσμος όμως είχε άλλες βλέψεις και δεν δέχθηκε να υπαχθεί σε κανένα αποκλεισμό και καμία απομόνωση. Ο ίδιος αναφέρει με τον δικό του τρόπο: «Το Κόσμος είναι μία συνηθισμένη εισαγωγή σε έναν ασυνήθιστο κόσμο, στις φτερούγες του κόσμου, αν θέλετε».

 

«Πράγμα καθόλου παράδοξο, καθώς η υπερβάλλουσα εστίαση σε ένα αντικείμενο οδηγεί σε περισπασμό, αυτό το ένα αντικείμενο συγκαλύπτει οτιδήποτε άλλο, κι όταν εστιάζουμε σε ένα σημείο του χάρτη, γνωρίζουμε πως όλα τα υπόλοιπα σημεία μας ξεγλιστρούν».

 

Το βιβλίο του Witold Gombrowicz, με τίτλο «Κόσμος», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νεφελη.