Η διαδικασία της γραφής μυθιστορήματος ποικίλλει από συγγραφέα σε συγγραφέα. Οι περισσότεροι πριν αρχίσουν να το γράφουν έχουν κατά νου μια βασική ιδέα που σιγά σιγά γίνεται σχέδιο και συνεχώς εξελίσσεται στο μυαλό και στο χαρτί προς ορισμένη κατεύθυνση σχηματίζοντας πρωταγωνιστή και δευτερεύοντες ήρωες, σκιτσάροντας τους επιμέρους χαρακτήρες, την εξέλιξη της πλοκής, καταλήγοντας ακόμη και στο τέλος του μύθου πριν καν αρχίσουν να γράφουν την αρχή. Σε μένα τα πράγματα λειτουργούν εντελώς διαφορετικά.

Εντελώς χύμα. Δεν έχω τίποτε να πω (ή έτσι νομίζω) εκτός από έναν αναίτιο θυμό και ανεξήγητη πίεση που με πλημμυρίζει και αρχίζω να γρατζουνάω στο χαρτί κάτι που δεν ξέρω πού θα με βγάλει και τι μορφή θα πάρει τελικά, αν γίνει μυθιστόρημα και ποιος θα πρωταγωνιστήσει, και χωρίς να γνωρίζω την εξέλιξη και το τέλος της ιστορίας που αρχίζω να δημιουργώ. Αν όμως αρχίσω να γράφω, δεν σταματώ πλέον. Και αν τύχει να σκεφτώ κάτι περισσότερο πάνω στην «οικοδομική» κατασκευή του μυθιστορήματος, το βέβαιο είναι ότι τελικά θα πάω πολύ μακριά και πιθανότατα εντελώς αντίθετα με τους αρχικούς σχεδιασμούς. Για το μόνο πράγμα που είμαι βέβαιος είναι ότι αγγίζω λογοτεχνικό θέμα έπειτα από κάποια χρόνια αποχής γραφής από το προηγούμενο  μυθιστόρημα σε σημείο να λησμονήσω, τρόπος του λέγειν, ότι είμαι συγγραφέας και πώς γράφονται τα μυθιστορήματα. Σε αυτό οφείλεται η πρωτοτυπία της θεματολογίας των βιβλίων μου και το διαφορετικό ύφος γραφής από βιβλίο σε βιβλίο.

Με το τελευταίο βιβλίο «Σενάριο αθανασίας» το έχω παρακάνει σε αυτοσχεδιασμό. Ίσως και πέντε εκδοχές του θέματος έκανα κατά τη διαδικασία της γραφής και σε εκείνους που με ρωτούσαν τι γράφω απαντούσα με μεγάλη ειλικρίνεια ότι δεν ξέρω και ότι αν εκδοθεί θα περιμένω και εγώ μαζί με τους λιγοστούς αναγνώστες μου και τους έγκυρους κριτικούς της λογοτεχνίας να μάθω επιτέλους για ποιο αισθητικό θέμα βασανίστηκα – κυριολεκτικά βασανίστηκα! – επί τρία χρόνια αγωνιώντας σε αχαρτογράφητη περιοχή, με θεμελιώδεις αμφιβολίες αν αυτό που κάνω έχει σχέση με λογοτεχνία, αν είναι κάτι που μπορώ να το εμφανίσω στο κοινό με τόσες προκλήσεις και ρίσκα που έχω πάρει γράφοντάς το και που είναι εντελώς έξω από τον χαρακτήρα μου σε συνειδητό επίπεδο. Ποτέ δεν έγραψα ξένοιαστα, ποτέ δεν εξέδωσα βιβλίο χωρίς καρδιοχτύπι αν τελικά έχω γεννήσει ένα τέρας ή ένα έργο τέχνης. Στην κυοφορία των λογοτεχνικών έργων ευτυχώς δεν υπάρχουν υπερηχογραφήματα ώστε να  ξέρουμε εκ των προτέρων τη διαμόρφωση, το φύλο και την εξέλιξη του εμβρύου ή και την ανάγκη διακοπής της κύησης. Θεωρώ τον εαυτό μου ανεπίδεκτο σε μαθήματα δημιουργικής γραφής, μίμησης άλλων σπουδαίων συγγραφέων και εντελώς ακατάλληλο για δάσκαλο δημιουργικής γραφής.  

Info: Ο Βασίλης Γκουρογιάννης γεννήθηκε το 1951 στο χωριό Γρανίτσα Ιωαννίνων. Φοίτησε στη Νομική Σχολή Θεσσαλονίκης. Από το 1977 εργάζεται ως δικηγόρος στην Αθήνα. Μεταξύ άλλων έχει εκδώσει τα βιβλία: Διηγήσεις παραφυσικών φαινομένων (1992), Το ασημόχορτο ανθίζει (1995), Ο θίασος των Αθηναίων (1999), το οποίο μεταφράστηκε στα ιταλικά, Βέβηλη πτήση (ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, 2003), Από την άλλη γωνία (ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, 2006). Το 2010 τιμήθηκε με το Βραβείο Μυθιστορήματος του περ. Διαβάζω για το βιβλίο Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή, το οποίο επίσης κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

* Αναδημοσίευση από το περιοδικό Culrurenow Mag, τεύχος 33