Φανταστικά όντα στοιχειώνουν από γεννήσεως του κόσμου τις ανθρώπινες ζωές γιατί ο άνθρωπος μπροστά στη δύναμη της φύσης και στο μεγαλείο της έχει ανάγκη να εκφράσει τις φοβίες του, τις απορίες του, τις σκέψεις του με τρόπο πολλές φορές παράλογο, μεταφυσικό και υπερβολικό. Είναι αδύνατο ο άνθρωπος να αντισταθεί στην ερμηνεία φαινομένων για αυτό και επιστρατεύει κάθε είδους φανταστικής διάθεσης για να καλύψει την άγνοιά του και τους προβληματισμούς του. Ο Μπόρχες σε αυτό το βιβλίο και με την ιδιότητα του ποιητή, του πεζογράφου αλλά και του δοκιμιογράφου καταφέρνει να αγγίξει και να περιγράψει όλα αυτά τα περίεργα και εκκεντρικά όντα που ο άνθρωπος φαντάζεται. Είναι ένα λεξικό και ένα «συναξάρι» όπως αναφέρεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου. Είναι φανερό πως όλες αυτές οι πληροφορίες προέρχονται από χρόνια έρευνα του συγγραφέα και η συλλογή πρέπει να απαίτησε πολύ καιρό, αν αναλογιστούμε τον αριθμό των όντων τα οποία περιγράφει και αναλύει με διάφορες αναφορές σε πρόσωπα που τα χρησιμοποίησαν στα έργα τους. Ο Μπόρχες απλά δημιούργησε έναν κατάλογο αυτών των όντων έτσι ώστε ο αναγνώστης κάθε φορά να μπορεί να ανατρέξει σε αυτό που του κεντρίζει το ενδιαφέρον ή του εξάπτει την φαντασία.

Πληροφορούμαστε από την εισαγωγή του βιβλίου πως το σύγγραμμα αυτό δεν εκδόθηκε στην μορφή που το γνωρίζουμε σήμερα αλλά πέρασε από διάφορες μορφές επεξεργασίας μέχρι να πάρει την τελική του μορφή. Θυμίζει δε ο τίτλος κάτι από τον Χαμένο παράδεισο του Μίλτον, κάτι από την Αλίκη στην Χώρα των θαυμάτων του Λούις Κάρολ ή ακόμα τα παραμύθια των Αδελφών Γκριμ. Ο Μπόρχες με χέρι μάγου που βγάζει από το καπέλο κάθε είδους πλάσματα καταγράφει κάθε είδους ον με σαφείς αναφορές σε συγγραφείς και μας εξηγεί τον κάθε μύθο με τέτοιο σαγηνευτικό τρόπο που δεν μας είναι επαρκής. Και μιας και ανέφερα τον Λούις Κάρολ, καταθέτει το εξής για την γάτα του Τσέσιρ που πρωταγωνιστεί: «Ο Λούις Κάρολ, στην Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων, που εξέδωσε το 1865, προίκισε τη Γάτα του Τσέσιρ με την ικανότητα να εξαφανίζεται σιγά σιγά, αφήνοντας στη θέση της μόνο το χαμόγελό της». Στο σεντούκι που ανοίγει για χάρη μας θα βρούμε κάθε λογής όντα, από τα πολύ οικεία μέχρι τα πολύ παράξενα που ποτέ δεν έχουμε ακούσει ή δεν γνωρίζαμε την ύπαρξή τους μέχρι σήμερα. Για παράδειγμα, αναφέρεται χαρακτηριστικά στον Κατωβλέπα και μας διηγείται κατά τον Πλίνιο πως αυτό το μυθικό τέρας ζει στην Αιθιοπία :»ένα άγριο θηρίο που λέγεται Κατωβλέπας, μικρό το δέμας κατά τα άλλα, κι όμως βαρύ κι αργό στις κινήσεις του, μόνο το κεφάλι του είναι τόσο μεγάλο ώστε ο κορμός του το σηκώνει στο χώμα, γιατί αλλιώς θα ‘ταν ικανό να εξοντώσει ολάκερη την ανθρωπότητα͘  κανένας, βλέπετε, δεν μπορεί να το κοιτάξει κατάματα και να μην πεθάνει στη στιγμή». Μπλέκει με τέτοιο τρόπο τους μύθους και τους διάφορους πολιτισμούς που ο αναγνώστης θεωρεί πως οι ιστορίες των τεράτων αυτών ή των ανθρωπόμορφων όντων είναι βγαλμένα από το ίδιο του το κεφάλι και δεν βασίζεται καθόλου σε αρχεία και ιστορικούς. Για τους Λεμούρες θα μας αναφέρει τα εξής ενδιαφέροντα: «Οι Αρχαίοι πίστευαν ότι οι ψυχές των ανθρώπων μετά τον θάνατο περιπλανιούνταν σ’ όλον τον κόσμο και ενοχλούσαν τους κατοίκους του. Τα καλά πνεύματα ονομάζονταν Lares femiliares͘  τα κακά, που ήταν γνωστά με το όνομα Λάρβες, ή Λεμούρες, τρομοκρατούσαν τους καλούς και στοίχειωναν τους φαύλους και τους ασεβείς».

Ο Φραντς Κάφκα στην περιγραφή ενός αγώνα μας περιγράφει ένα πολύ ιδιόμορφο ζώο, το οποίο μοιάζει να είναι παραλλαγή της εικόνας του ίδιου, εξάλλου στις Μεταμορφώσεις θα τον δούμε να παίρνει την μορφή ενός μικροσκοπικού όντος γιατί έτσι έβλεπε τον εαυτό του, ένα ασήμαντο ον έναντι της ανθρωπότητας. Οπότε εδώ επανέρχεται λέγοντας τα εξής: «ΈΧΩ ΕΝΑ ΠΕΡΙΕΡΓΟ ΖΩΟ – μισό γατί, μισό αρνί. Το ‘χω κληρονομήσει απ’ τον πατέρα μου. Μεγάλωσε όμως στα χέρια τα δικά μου. Παλιότερα έφερνε πιο πολύ προς το αρνί παρά προς το γατί. Τώρα έχει πάρει κι από τα δύο το ίδιο. Απ’ το γατί βαστάει το κεφάλι και τα νύχια, απ’το αρνί το μέγεθος και τη μορφή». Και λίγο πιο κάτω με μία δόση συλλογισμού για την θέση του στον κόσμο και την ύπαρξή του να τίθεται υπό αμφιβολία θα γράψει: «Όταν κάποτε είχα καθίσει και σκεφτόμουν, πράγμα που μπορεί να συμβεί στον καθέναν, κι έβλεπα πως δεν υπήρχε διέξοδος στα επαγγελματικά μου προβλήματα και σε όσα εξαρτώνται από αυτά, καταλήγοντας ν’ αφήσω τα πράγματα στην τύχη τους, τότε, εκεί που καθόμουν στην κουνιστή πολυθρόνα της κάμαράς μου, με το ζώο στα γόνατά μου, έριξα μια ματιά και είδα να κυλούν δάκρυα απ’ τα τεράστια μουστάκια του. Άραγε ήταν δικά μου δάκρυα ή του ζώου; Είχε αυτή η γάτα με την ψυχή αρνιού τις ευαισθησίες ενός ανθρώπινου όντος;». Να λοιπόν πως αυτό το απόσπασμα σχετίζεται με τον τρόπο που ο Μπόρχες αποφάσισε να καταπιαστεί σε σχετικά ώριμη ηλικία με μία παρόμοια αναζήτηση. Μία εσωτερική αγωνία για την ζωή εν γένει, μια ανάγκη που προέκυψε μέσα από την ποιητική παραγωγή ή μία απλή περιέργεια ανακάλυψης των μύθων που ακόμα και σήμερα παραμένουν υπό αμφισβήτηση;

«Αυτός ο Σκύλος με τα τρία Κεφάλια συμβολίζει τον παρελθόντα, τον παρόντα και τον μελλούμενο Χρόνο, που, καθώς λένε, αδράχνουν και καταβροχθίζουν τα πάντα». – Ο Κέρβερος

«Κι είπε ο Δάσκαλος: Πόσο άσχημα μου ‘χουν έρθει τα πράγματα! Στ’αλήθεια, έχω πολύν καιρό να ονειρευτώ τον Άρχοντα του Τσου». – Ο Κινέζικος Φοίνικας

Το βιβλίο του Χόρχε Λούις Μπόρχες, Το βιβλίο των φανταστικών όντων, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.