H είδηση του θανάτου του Μανώλη Ρασούλη σκόρπισε πραγματικά μια ήρεμη και αξιοπρεπή θλίψη όχι μόνο στον καλλιτεχνικό κόσμο αλλά και σε όλους τους Έλληνες. Λογικό. Ο Μανώλης Ρασούλης ήταν πάντα ευθύς, ειλικρινής και αξιοπρεπής∙ 

τόσο μέσα από τις συνεντεύξεις του όσο και μέσα από τα τραγούδια του τα οποία αν και συχνά ασκούσαν μια σκληρή και αιχμηρή κριτική στο νεοέλληνα, γίνονταν αποδεχτά, λαοφιλή και δημοφιλή στις πλατιές λαϊκές μάζες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα; Το τραγούδι «Πότε Βούδας πότε Κούδας». Ένα από τα πιο λαοφιλή τσιφτετέλια που χορεύεται σε κάθε είδους κέντρο, πίστα, μουσική σκηνή, κλαμπ και πίσω από την εύθυμη μουσική «κλείνει το μάτι» λέγοντας, «Έχω καταλάβει ήδη της ζωής μου το παιχνίδι…».

Ο Μανώλης Ρασούλης γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης στις 28 Σεπτεμβρίου του 1945. Από μικρός ανήκε στην νεολαία της αριστεράς  αφού ο πατέρας του ήταν για χρόνια στις ιταλικές φυλακές και ο θείος του στο Μαουτχάουζεν. Στις 21 του Απρίλη συλλαμβάνεται από την Δικτατορία και περνάει μερικές ώρες στην «Μπουμπουλίνας». Φεύγει για το Λονδίνο όπου μένει 6 χρόνια. Εκεί διαμορφώνεται ιδεολογικά συμμετέχοντας στον αντιδικτατορικό αγώνα, αλλά και στο Τροτσκιστικό κίνημα στο οποίο ήταν στέλεχος και η Βανέσσα Ρεντγκρέιβ με την οποία δυο φορές συνεργάστηκε σε παραστάσεις με αγωνιστικούς στόχους. Η αγωνιστική του δράση ήταν πάντα ζωντανή, έντονη και ουσιαστική.

Καλλιτεχνικά, σημαντική στιγμή στην πορεία του ήταν όταν ο Μάνος Λοΐζος τον κάλεσε να τραγουδήσει στο δίσκο «Τα νέγρικα» μαζί με τη Μαρία Φαραντούρη. Δισκογραφικοί σταθμοί είναι χωρίς αμφιβολία, οι δουλειές: «Τα δήθεν» σε μουσική Νίκου Ξυδάκη (1979), «Πότε Βούδας πότε Κούδας» σε μουσική Πέτρου Βαγιόπουλου (1989) και φυσικά ένα από τα σημαντικότερα ηχογραφήματα του νέου ελληνικού τραγουδιού, «Η εκδίκηση της γυφτιάς» σε μουσική Νίκου Ξυδάκη με την ερμηνευτική σφραγίδα του Νίκου Παπάζογλου. (1978).

Ο Μανώλης Ρασούλης ήταν από τους καλλιτέχνες που αγωνίστηκε πολύ, πολεμήθηκε πολύ και κατά την ταπεινή μου γνώμη, εκτιμήθηκε λίγο. Για κάποιο μυστήριο λόγο μου φέρνει στο νου τον Μπρεχτ. Ίσως επειδή και εκείνος είχε κάτι να πει μέσα από τα έργα του, ίσως γιατί ενοχλήθηκε από την αναγνώριση που είχε στην εποχή της από το κοινό η «Όπερα της πεντάρας». Το κοινό διασκέδαζε με την παράσταση, ενώ ο Μπρεχτ περίμενε από τον κόσμο να θυμώσει. Κάπως έτσι μου μοιάζουν και τα τραγούδια του Μανώλη Ρασούλη. Το κοινό τα χορεύει, διασκεδάζει με αυτά και μπορεί ο Μανώλης Ρασούλης να χαιρόταν ίσως το γεγονός αυτό, αλλά νομίζω πως όταν αρχίσουμε, εκτός από το να λικνιζόμαστε, και να προβληματιζόμαστε με τους στίχους του, θα τον εκτιμήσουμε ακόμα πιο πολύ.

Ο Μανώλης Ρασούλης βρέθηκε νεκρός από φίλους του στο σπίτι του στη Θεσσαλονίκη την Κυριακή 13 Μαρτίου 2011. Αιτία θανάτου του ήταν το έμφραγμα. Το τραγικό όμως αυτού του τέλους είναι πως σύμφωνα με τον ιατροδικαστή, ο θάνατος επήλθε πριν από δέκα ημέρες… Σήμερα το απόγευμα στις 4:30 στο  Α\\’ Νεκροταφείο Αθηνών φίλοι και συγγενείς θα αποχαιρετήσουν τον ιδιαίτερο αυτό καλλιτέχνη… Εμείς θα θυμόμαστε πάντα εκείνον και τους στίχους του:

«Σχεδόν πενήντα χρόνια βάσανα και διωγμοί, τώρα στη μαύρη αρρώστια ανάξια πλερωμή.
Το δίκιο του αγώνα πολλά σου στέρησε, μα η ζωή λεχώνα ελπίδες γέννησε.
Τίποτα δεν πάει χαμένο στη χαμένη σου ζωή, τ’ όνειρό σου ανασταίνω και το κάθε σου \\”γιατί\\”».

 

 Πηγή βιογραφικών στοιχείων: http://www.rasoulis.gr/