O Jean Genet στο «Παιδί εγκληματίας» κατακρίνει μία ολόκληρη πραγματικότητα, έναν κόσμο και ένα σύστημα που καταδικάζουν τα παιδιά, τα οδηγούν σε αξιόποινες πράξεις και έπειτα τα κατηγορούν για ανάρμοστη συμπεριφορά και εγκληματική δράση.

Ποιες ηθικές βάσεις και ποιους κανόνες αυτά τα παιδιά να ακολουθήσουν και πως να μην παραστρατήσουν όταν η ίδια η κοινωνική δομή έχει αποδομηθεί; Και ποιο σωφρονιστικό ανύπαρκτο οργανόγραμμα και ποιοι ανήμποροι σωφρονιστικοί υπάλληλοι, οι λεγόμενοι επόπτες, να τα νουθετήσουν και να τα συμμορφώσουν όταν καταπατούν οι ίδιοι νόμους και αρχές; Αυτό το βιβλίο γραμμένο το 1947 βασίζεται σε μία εκπομπή του γαλλικού ραδιοφώνου που ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε λόγω σφοδρών αντιρρήσεων από το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Γαλλίας και μάλιστα λίγο έλειψε να απελαθεί ο ίδιος ο Genet για τον τρόπο με τον οποίο ενεργούσε. Tο παρόν κείμενο που δημοσιεύτηκε κατά πάσα πιθανότητα το 1949, αποτελεί έναν λίβελο κατά της γαλλικής πολιτείας και του δικαστικού σώματος το οποίο κατά τον Genet χρήζει καθολικής ανασυγκρότησης και αναμόρφωσης. Στον ίδιο τον Genet που τόλμησε να μιλήσει για το παιδί εγκληματία απαγορεύτηκε η δημοσίευση κειμένων και η παραγωγή λόγου από ένα καθεστώς που προτιμούσε να φιμώνει στόματα και να αποσιωπά την αλήθεια εις το όνομα της «κοινής ηρεμίας».

Ο Thomas Simonnet, διευθυντής της εκδοτικής σειράς L’Arbalète θα προβεί στην ακόλουθη επισήμανση: «Εν μέσω μίας διαρκούς ανατροπής των κοινωνικών αξιών, προβαίνει σε μία σχοινοτενή υπεράσπιση του εγκλήματος, ενώ δεν διστάζει να σχολιάσει μία σειρά φωτογραφίες από την απελευθέρωση των στρατοπέδων συγκέντρωσης την οποία προσεγγίζει με μία τόσο ωραιοποιημένη διάθεση που εξακολουθεί να σκανδαλίζει ακόμα και σήμερα». Είναι εκπληκτικό το πόσο επίκαιρο και σύγχρονο είναι το κείμενο αυτό με την λυρικότητα και την ρομαντικότητα την οποία παραδέχεται και ο ίδιος ο γράφων γιατί σε αυτό καθρεφτίζεται ο ίδιος. Προσεγγίζει με τρυφερότητα, κατανόηση και καλοσύνη τους μικρούς αυτούς «τρομοκράτες». Επιτίθεται με ορμή σε όλους αυτούς που μεταχειρίζονται μεθόδους τιμωρίας και αυστηρότητας απέναντι σε παιδιά, τα οποία έγιναν εγκληματίες γιατί μέσω της παραβατικότητάς τους καταφέρνουν να απελευθερωθούν από μία δήθεν ασφάλεια που όμως για αυτά όπως και για άλλους καταντάει αποπνικτική και ασφυκτική. Όπως αναφέρει ο ίδιος ο Genet: «Αυτό που τα σπρώχνει στο έγκλημα είναι το αίσθημα της περιπέτειας, το ότι προβάλλουν, δηλαδή, τον εαυτό τους μέσα σε μία ζωή γεμάτη με το μέγιστο δυνατό μεγαλείο, το μέγιστο δυνατό θράσος, εν ολίγοις  σε μία ζωή γεμάτη με τους μεγαλύτερους κινδύνους».

Η μεγαλύτερη πρόκληση για αυτά τα ατίθασα παιδιά είναι η εναντίωση απέναντι σε μία καθεστηκυία τάξη και ένα περιβάλλον που τα σπρώχνει όλο και περισσότερο στην αντίδραση και το διαφορετικό γιατί αδυνατεί να τα ενσωματώσει. Και ο λόγος της μη ενσωμάτωσής τους είναι το γεγονός πως τα θεωρεί παράσιτα και ταραχοποιά στοιχεία, ικανά να διαρρήξουν κάθε ισορροπία της διεφθαρμένης και παρηκμασμένης της δομής. Αυτή η κοινωνία λοιπόν γυρνάει πλάτη στα προβλήματά τους, τους αφήνει στο περιθώριο και μετά τα καταδικάζει επειδή αυτά προέβησαν σε πράξεις που δεν συνάδουν με το κοινό δίκαιο που οι ίδιοι οι υπερασπιστές του είναι και οι πρώτοι καταπατητές του. Ο Jean Genet εξάλλου γράφει ως ο ίδιος παθών και ως θύμα των φυλακών ανηλίκων στις οποίες οδηγήθηκε για παραβατική συμπεριφορά ενώ εκεί ουσιαστικά διαμόρφωσε τον συγγραφικό του χαρακτήρα και εμπνεύστηκε τις θεατρικές και άλλες του ιστορίες. Ο εγκλεισμός στις φυλακές φρούρια, που ο ίδιος ο Genet τα παρομοιάζει με στρατόπεδα συγκέντρωσης του Χίτλερ και ίσως και ακόμα χειρότερα, είναι τόποι και μέρη όπου καμία πιθανότητα δεν έχουν αυτά τα παιδιά να βελτιωθούν γιατί έχουν απέναντί τους ανθρώπους που έχουν απωλέσει στα μάτια τους τον ευγενή ρόλο του εκπαιδευτή και του διαμορφωτή νέων συνειδήσεων και πεποιθήσεων, είναι εν ολίγοις η προσπάθεια και το εγχείρημα σωτηρίας τους ένα χαμένο παιχνίδι. Υπογραμμίζει χαρακτηριστικά: «Ο ανήλικος εγκληματίας χάνει κάθε πίστη στο υψηλό σας αξίωμα καθώς παρατηρεί το ξεβαμμένο σιρίτι, το ξηλωμένο γαλόνι και τη φθαρμένη γούνα που το κοσμούν».

Η υποκρισία που διακατέχει τους υψηλά ιστάμενους και τους έχοντες εξουσία οδηγεί τους νέους αυτούς σε μία διαρκή απαξίωση των θεσμών στους οποίους υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να έτρεφαν εμπιστοσύνη για ένα καλύτερο μέλλον. Έτσι ο Genet υπερασπιζόμενος ανοιχτά στο κείμενό του τους νέους αυτούς τους βρίσκει μεγαλείο ψυχής, δυναμισμό και δικαιολογεί ανοιχτά τις πράξεις τους ακόμα και τα ειδεχθέστερα εγκλήματα τους με την λογική της ρήσης: «Ο αναμάρτητος πρώτος τω λίθω βαλέτω». Και επειδή ουδείς αναμάρτητος, ούτε δικαστής, ούτε σωφρονιστικό ίδρυμα, ούτε υπάλληλός του, ούτε κανείς με ήδη βρώμικα χέρια και σάπια νοοτροπία δεν μπορεί να υποδείξει σε αυτούς τους «χωρίς έλεος πιτσιρικάδες» τον δρόμο του καλού ενάντια στο κακό. Γιατί αυτοί οι ίδιοι οι εγγυητές του καλού είναι και η προσωποποίηση του ίδιου του κακού. Γιατί το κακό είναι γύρω τους και τους καταδιώκει όλο και πιο πολύ. Η παρακάτω φράση του απευθυνόμενος σε όλους αυτούς τους υποτιθέμενους σώφρονες και σοφούς είναι η πεμπτουσία της φιλοσοφίας του και για την οποία πολεμήθηκε σφόδρα όλα τα χρόνια της ζωής του: «Αλλά και εσείς οι ίδιοι πάνω σε τι στηρίζετε τους κανόνες της ηθικής σας? Ανεχτείτε λοιπόν έναν ποιητή, που είναι επίσης κι εχθρός, να σας απευθύνεται ως ποιητής και ως εχθρός».

«Θέλω να επαναλάβω τη στοργή που αισθάνομαι για αυτούς  τους χωρίς έλεος πιτσιρικάδες. Δεν τρέφω αυταπάτες. Μιλάω στο κενό και στο σκοτάδι, θέλω, ωστόσο, ακόμα και αν είναι για να τα ακούσω εγώ ο ίδιος, θέλω να βρίσω τους υβριστές»

Το βιβλίο του Jean Genet, Το παιδί εγκληματίας, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα.