Αυτό το ιδιότυπο μυθιστόρημα χτίζεται με μία παράλογη λογική. Αμφίβολη η προέλευση του, ακαθόριστη η σύλληψή του, αβέβαιος ο προορισμός του. Όλο το βιβλίο μοιάζει με μία παρτίδα σκάκι, αυτό το παιχνίδι που κινητοποιεί τον εγκέφαλο και απαιτεί εξαιρετική συγκέντρωση και αποστασιοποίηση από πρόσωπα και πράγματα. Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά αν πρόκειται για ένα αμιγές μυθιστόρημα ή αν είναι το μυθιστόρημα ενός μυθιστορήματος που βρέθηκε στα χέρια του συγγραφέα ή αν πάλι όλο αυτό το παιχνίδι, μιας και το βιβλίο αναφέρει στο σκάκι, είναι μία καθαρή και ευφυής επινόηση του ίδιου του γράφοντος. Ο Rolland Jacard, στον διαφωτιστικό αν και σύντομο πρόλογο της παρούσας έκδοσης, αναφέρει μία ρήση που αποδίδεται στον Όσκαρ Ουάιλντ: «Αν θέλετε να χάσετε έναν άνθρωπο, μάθετέ του να παίζει σκάκι». Υπάρχει κερδισμένος ή χαμένος σε αυτή την αέναη και συνεχόμενη παρτίδα με την ίδια την ζωή? Αυτός ο σκακιστής μήπως είναι η αντανάκλαση και ο καθρέφτης του Δον Κιχώτη, του ολοκληρωμένου μοναχικού καβαλάρη που κουβαλάει πάνω του όλη την αμαρτία και την βλακεία του κόσμου αυτού? Ή μήπως αναζητάμε μάταια τον «ένοχο» γραφιά αυτής της ιστορίας καθώς και τα μηνύματα που επιθυμεί η δεν επιθυμεί να μεταδώσει και κάπου εκεί παραδινόμαστε στην ευφυΐα του?

Θαυμαστής του Δον Κιχώτη και του Φλωμπέρ, τους οποίους ξαναζωντανεύει στα πρόσωπα του Δον Σανδάλιο και του συμπαίκτη-αφηγητή, ο Ουναμούνο συγκεντρώνει επιστολές ενός φίλου του και τις παραθέτει στον αναγνώστη καταφέρνοντας του ένα ισχυρό χτύπημα στην αποδοχή των γεγονότων και των παραδοχών που φτάνουν σαν χείμαρρος. Οι επιστολές είναι ένα σύνολο από φιλοσοφικές αναζητήσεις, μία σειρά από εσωτερικές παλινωδίες που διενεργούνται μέσα στο σώμα του αφηγητή σαν να προσπαθεί να ξεφύγει από την συντριπτική μοναξιά που του προκαλεί ο ανόητος κόσμος και τα συν αυτώ. Αυτή η απολογία αδυναμίας να επιβιώσει δίχως το σκάκι είναι ό,τι πιο συγκλονιστικό του συμβαίνει και το καταθέτει σαν ο αγώνας αυτός να είναι δίχως αύριο και η ανάγκη να συμμαχήσει, να συμπράξει με τον Δον Σανδάλιο και τελικά να επικοινωνήσει μαζί του μέσω του παιχνιδιού είναι η τροφή του. Ομολογεί φωναχτά πως να συνυπάρξει μέσα στον παρόντα κοινωνικό περίγυρο είναι κάτι αδιανόητο για αυτόν και προσπαθεί εναγωνίως να απεμπλακεί με έναν και μοναδικό τρόπο, την αφοσίωσή του στον άνθρωπο που έχει απέναντί του, τον αποζητά σαν το σωτήρα του, σαν το σωσίβιό του σε μία απέραντη θάλασσα χωρίς φάρο. Και όταν λείψει αυτός και τον αφήσει μόνο απέναντι στο θηρίο που λέγονται κοινοί άνθρωποι χάνεται η γη κάτω από τα πόδια του. Αναφέρει χαρακτηριστικά: «Βρήκα και εγώ, σαν τον Ροβινσώνα, το αποτύπωμα του γυμνού ποδιού μίας ανθρώπινης ψυχής στην αμμουδιά της μοναξιάς μου». Οπότε διερωτάται: «Από δω και μπρος, με ποιον θα παίζω σκάκι για να φυλάγομαι από την ανίατη βλακεία των ανθρώπων?».

Σε ενδελεχή συνομιλία με τον θεωρητικό μέντορά του Κίρκεγκωρ, όπως αποκαλύπτεται στον πρόλογο του βιβλίου, ο οποίος διερωτάται: «είμαστε, γίνεται να είμαστε, κάτι περισσότερο από παίκτες σκακιού?». Με διάθεση να επανατοποθετήσει την θέση του ανθρώπου εις το όλον μήπως και καταφέρει να κατανοήσει γιατί «οι στρατιώτες, οι πύργοι, τ’άλογα, οι βασίλισσες και οι βασιλιάδες του σκακιού έχουν πιο πολύ ψυχή απ’τα πρόσωπα που τα κινούν». Και σε μία αποστροφή του λόγου του σε κάποιο άλλο σημείο του ακατάπαυστου αλλά δικαιολογημένου παραληρήματος που του προκαλεί η διαμάχη με την συνείδησή του που είναι σε εκτεταμένη αναταραχή, δηλώνει ευθαρσώς και ευθέως μέσα στην πλήρη απόγνωση: «Για ν’αποφύγω την Λέσχη, ν’αποφύγω την πόλη, ν’αποφύγω την ανθρώπινη κοινωνία που επινοεί φυλακές, πήγα στο βουνό, όσο πιο μακριά γινόταν απ’τη δημοσιά». Ο Ουναμούνο ανοίγει διάλογο με τον ίδιο του τον εαυτό σαν ο αφηγητής να είναι δύο πρόσωπα σε ένα και να αντιπαλεύεται την ίδια του την υπόσταση. Στον Δον Σανδάλιο, τον πιστό σύντροφο που δεν επιθυμεί νέα προβλήματα γιατί αρκετά έχει να τον απασχολούν, θα εναποθέσει όλες του τις ελπίδες για αναγέννηση. Και θα θέσει την ερώτηση στον εαυτό του: «Και τι θα κάνω εγώ σ’αυτήν την άκρη του βουνού, την άκρη της θάλασσας, αν μου πάρουν τον Δον Σανδάλιο, τον μοναδικό μου σύνδεσμο μ’αυτήν την ανθρωπότητα που όσο με έλκει άλλο τόσο μ’απωθεί?». Και σαν οδηγηθεί στην ομολογία πως: «μοναχικός ήταν ο Ροβινσώνας Κρούσος, μοναχικός ο Γκυστάβ Φλωμπέρ που δεν μπορούσε ν’ανεχθεί την ανθρώπινη βλακεία, μοναχικός ο Δον Σανδάλιο, μοναχικός και εγώ» τελικά αναρωτιέται κανείς πόσο απέχει η απόσταση από την απομόνωση και την εσωτερική φυλακή, στην οποία θα οδηγηθεί ο πρωταγωνιστής. Εκεί και με ανάμνηση τον Οξαποδώ του Μωπασάν, Ουνανούμο και Δον Σανδάλιο ταυτίζονται εύλογα. Γιατί η τρέλα δεν είναι παρά ένα σκαλοπάτι παραπάνω, ένας σταθμός πιο πέρα, όταν τίποτα γύρω μας δεν αφήνει περιθώρια να αναπνεύσουμε, όταν όλα καταρρέουν, όταν όλα μοιάζουν να είναι σε άμμο κινούμενα και πνιγόμαστε από ωσεί παρόντες συνανθρώπους που είναι πιόνια και στρατιωτάκια κοιμισμένα και από καιρό στην απραξία και την ανοησία παραδομένα. 

Ο Δον Σανδάλιο και ο εταίρος του που ξεγυμνώνονται στα βλέμματά μας είναι άνθρωποι παντός καιρού, σημερινοί, επίκαιροι, διαχρονικοί, απροσπέλαστοι γιατί οι εποχές είναι ανέκαθεν φτωχές και ανούσιες με κάποιες αναλαμπές και περίλαμπρα διαλείμματα μικρής διάρκειας που είναι ανεπαρκή. Η βλακεία όμως ποτέ δεν έπαψε να κυριαρχεί και να επικρατεί, αυτή που και ο Αϊνστάιν έχει σημειώσει πως δεν έχει όρια. Συμπερασματικά, αυτή η φυλακή που είναι το τελικό στάδιο για τον λιγομίλητο και βασανισμένο Δον Σανδάλιο δεν είναι άλλο από το καταφύγιο της ψυχής του από τον διακαή πόθο του να υπερκεράσει τον πόνο του που σιγοβράζει στην φυγή του για να αποκτήσει την αιώνια ελευθερία του υπερασπίζοντας την δική του προσωπική αλήθεια.

                                                         

«Είμαι σίγουρος πως ό,τι μπορεί να επινοήσει ένας άνθρωπος έχει συμβεί, συμβαίνει ή θα συμβεί κάποτε»

«Κάθε άνθρωπος μοναχικός, είναι φυλακισμένος και ας ζει ελεύθερος»

Tο βιβλίο του Miguel de Unamuno, με τίτλο «Το μυθιστόρημα του Δον Σανδάλιο, σκακιστή «, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα.