«Το θέμα στο Μάτι είναι μία έρευνα που οδηγεί τον πρωταγωνιστή μέσα από έναν κυκεώνα από καθρέφτες στη συγχώνευση δίδυμων εικόνων». Αυτά γράφει ο συγγραφέας στο προλογικό σημείωμα του βιβλίου όπου και αναλύει την φιλοσοφία πίσω από την σύλληψη της ιδέας για το Μάτι. Ο συγγραφέας παίζει ανοιχτά το παιχνίδι της ρήξης, δηλαδή καθιστά τον ήρωα έρμαιο του ίδιου του εαυτού και δημιουργεί μία πραγματικότητα γεμάτη ερωτήματα, απορίες και αγωνίες. Ο ήρωας στο Μάτι είναι ένα υποκείμενο-υποχείριο των φόβων του, αυτής της αέναης αναζήτησης του χαμένου εγώ σε έναν λαβύρινθο ψυχολογικό που τον καταρρακώνει. Είναι κουρασμένος από τον χρόνο, βυθισμένος σε μία θλίψη, αδύναμος μπροστά στο κοινωνικό σύνολο και βιώνει την κατρακύλα που δεν έχει τελειωμό. Κάτω από αυτές τις συνθήκες δημιουργεί έναν παράλληλο κόσμο για να μπορέσει να ξεχάσει, να θεραπεύσει τις έγνοιες του και ως μέσο απαλλαγής από τις ολοένα και πιο οδυνηρές στιγμές που περνάει εφευρίσκει ένα δωμάτιο για να μπορεί να παρακολουθεί την ίδια του την ζωή, αλλά ασφαλής πλέον γιατί τίποτα δεν τον αγγίζει. Το Μάτι είναι αυτό που θα του δώσει νέα ζωή, αλλά αυτό είναι μόνο μία παραίσθηση, ένα όνειρο θερινής νυκτός και εκείνος δεν το παραδέχεται διότι το θολό τοπίο παραμείνει ακέραιο.

Ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, με την εξαιρετική μετάφρασή του αναδεικνύει τα νοήματα του Ναμπόκοφ, ακριβώς όπως έκανε και στην Άμυνα του Λούζιν. Στο επίμετρο του, με το βλέμμα στα καίρια ζητήματα που απασχολούν τον Ναμπόκοφ, αναφέρει χαρακτηριστικά:» Ο Σμίροφ, αποτελεί ακριβώς τον ιδεότυπο (σύμφωνα με τον Μαξ Βέμπερ) αυτού που αποκαλούμε σήμερα «θεατή». Ο θεατής είναι το ον εκείνο που, κυριευμένο από μια παντοδύναμη αίσθηση αδυναμίας να πράξει, περιορίζεται στο να βλέπει, να σχολιάζει αυτά που βλέπει, να τα μεγεθύνει ή να τα συρρικνώνει, αποφεύγοντας όσο το δυνατόν περισσότερο τους τρομερούς (γι’ αυτόν) κινδύνους και της πλέον απειροελάχιστης πράξης». Ο Ναμπόκοφ χτίζει έναν ήρωα που ακροβατεί και παραπαίει ενώ παράλληλα γιορτάζει την επιτυχία του να εξαφανίσει τα ίχνη του, η ανασφάλειά του είναι εκεί και είναι για αυτόν η κύρια απειλή, τα βήματά του είναι μετέωρα και εξαντλείται στην σκέψη πως πρέπει να αντιμετωπίσει κατά μέτωπο τους κινδύνους που τον κατατρέχουν. Εξάλλου για αυτόν τον λόγο θέτει τέρμα στη ζωή του, είναι μία πράξη λύτρωσης για εκείνον, ένας μονόδρομος για να απελευθερωθεί από δεσμά, να θέσει τέλος στον εφιάλτη του και να κατορθώσει να απεμπλακεί από τα φαντάσματα του μυαλού του. Αλλά και πάλι πριν επιχειρήσει αυτό το εγχείρημα θα ξεκινήσει έναν διάλογο με τον εαυτό του και εκεί θα φανεί η δειλία του και ο τρόμος μπροστά στο άγνωστο αποδεικνύοντάς του πως δεν είναι ικανός να φέρει εις πέρας ούτε καν αυτό. Πρόκειται καθαρά για έναν άνθρωπο του καιρού του Ναμπόκοφ, του τότε, του τώρα, του αύριο, έναν καθρέφτη του σύγχρονου ανθρώπου που αδυνατεί να βρει ισορροπίες και καταφεύγει σε ακραίες λύσεις ενώ επιδιώκει να γνωρίσει τον άλλο του εαυτό. Αλλά αυτό μπορεί να το πετύχει μόνο από μία θέση λιγότερο επισφαλή και πάλι η πράξη της παρατήρησης δεν είναι πανάκεια. Ο Ναμπόκοφ προσεγγίζει τον ήρωά του με την ιδιότητα του ψυχολόγου, τον καθίζει στο ντιβάνι της γραφής του για να αποσπάσει από εκείνον ό,τι πιθανό δεδομένο μπορεί να καταστεί χρήσιμο.

Ο ίδιος ο Ναμπόκοφ σχολιάζει με γλαφυρό τρόπο: «Ανέκαθεν αδιαφορούσα για τα κοινωνικά προβλήματα και απλώς χρησιμοποιούσα το υλικό που συνέβαινε να βρίσκεται κοντά μου, όπως ένας ευφράδης συνδαιτυμόνας σκιτσάρει με το μολύβι του μια γωνία του δρόμου στο τραπεζομάντιλο ή διευθετεί ένα ψίχουλο και δύο ελιές σε μια διαγραμματική θέση ανάμεσα στο μενού και στην αλατιέρα». Το κυριότερο πρόβλημα του ήρωα είναι η ταυτότητά του, η θέση του στην κοινωνία και η έκφραση των θέλω του που εκτροχιάζονται σε καθημερινή βάση. Αυτή η απώλεια της προσωπικής του αξιοπρέπειας μέσα από την δραματικότητα των στιγμών που ζει τον οδηγεί σε πράξεις που δεν έχουν κανένα νόημα, την αγορά όπλου για παράδειγμα που υπό συνθήκες ομαλότητας και φυσιολογικής συνειδητότητας θα είχε ίσως αποφύγει. Όμως είναι τόσο μπλεγμένος στα δίχτυα της ανυπαρξίας και της μη ζωής που αδυνατεί και πάλι να αντιληφθεί τον κόσμο γύρω του και σαν επιστρατεύσει το μάτι, το άλλο του πρόσωπο τότε θα καταλάβει – και αυτό δεν είναι τόσο βέβαιο γιατί είναι θέμα θέλησης να καταλάβει – πως δεν υφίσταται σωτηρία χωρίς την δική του συμβολή. Η δημιουργία ενός μεταφυσικού περιβάλλοντος όπου καλείται να αυτοκατασκοπεύεται είναι ένα παράθυρο που σύντομα θα κλείσει γιατί θα τον παρασύρει ο αέρας της ματαιότητας και της ουτοπίας. Ο ίδιος ο ήρωας λίγο πριν την απονενοημένη πράξη αναφέρει: «Σε σχέση με τον εαυτό μου ήμουν πλέον ένας παρατηρητής, ένας θεατής. Η πίστη στη φαντασματική της ύπαρξής μου μου επέτρεπε ορισμένες πρωτόγνωρες απολαύσεις».

Κατανοεί κανείς πως ο Ναμπόκοφ πραγματεύεται και το θέμα του πειρασμού, αυτού του αέναου μικροβίου που μολύνει τα μυαλά των ανθρώπων και τους οδηγεί σε αποφάσεις που με καθαρό μυαλό δεν θα έπαιρναν ποτέ. Αλλά όταν κάποιος βρίσκεται υπό πανικό και υπό την επήρεια αυτοκαταστροφικών νοητικών ουσιών τότε όλα είναι σκοτεινά και κάθε προσπάθεια επαναφοράς στην πραγματικότητα φαντάζει σαν έναν βράχο που κανείς δεν μπορεί να μετακινήσει. Ο Σμίροφ είναι ο καθρέφτης ενός σισυφικού κόσμου που αυτοτραυματίζεται, μια οικεία φιγούρα που εκπροσωπεί την απόλυτη ευτυχία, αλλά αυτή η ευτυχία είναι πιο εύθραυστη από ποτέ γιατί στηρίζεται σε γυάλινα πόδια, ένας άλλος γυάλινος κόσμος για να θυμηθούμε και τον Τέννεσι Ουίλιαμς. Τα λόγια του ήρωα στο τέλος του βιβλίου έρχονται να επιβεβαιώσουν και να επισφραγίσουν τα παραπάνω: «Παρ’όλα αυτά είμαι ευτυχισμένος. Ναι ευτυχισμένος. Τ’ ορκίζομαι. Ορκίζομαι ότι είμαι ευτυχισμένος. Συνειδητοποίησα πως η μόνη ευτυχία στον κόσμο είναι το να παρατηρείς, να κατασκοπεύεις, να παρακολουθείς, να περιεργάζεσαι τον εαυτό σου και τους άλλους, να μην είσαι παρά ένας οφθαλμός, ένα μεγάλο, κάπως υαλώδες, κάπως κόκκινο και ερεθισμένο, ορθάνοιχτο μάτι. Το ορκίζομαι, αυτό είναι η ευτυχία». Το ερώτημα που προκύπτει είναι πόσο αυτή η αίσθηση της ευτυχίας είναι η πραγματική ή μήπως είναι μία δικαιολογία για να κατευνάσει την δυστυχία του μέσα από ένα πλασματικό αίσθημα πλήρωσης της ανύπαρκτης ευτυχίας που ακόμα αναζητά.

«Ένας άνδρας που έχει αποφασίσει να αυτοαφανιστεί έχει ήδη απίστευτα απομακρυνθεί από τις εγκόσμιες υποθέσεις, και το να καθίσει να γράψει τη διαθήκη του θα ήταν, εκείνη τη στιγμή, μία πράξη τόσο παράλογη όσο το να κουρδίσει το ρολόι του, μια που μαζί μ’αυτόν θα αφανιζόταν κι ο κόσμος όλος».

«Ήξερα λίγους και δεν αγαπούσα κανέναν».

«Φοβόμουν, ναι, φοβόμουν τρομερά, τον τερατώδη πόνο που πιθανόν θα μου προκαλούσε η σφαίρα ͘ αλλά γιατί να φοβηθώ τον μαύρο, βελουδένιο ύπνο, το ομοιόμορφο σκότος, το τόσο πιο αποδεκτό και κατανοητό από την πολύχρωμη και παρδαλή αϋπνία της ζωής; Γιατί;».

Το βιβλίο του Vladimir Nabokov, Το μάτι, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.