Με το «Λυκόφως των Θεών» ολοκληρώθηκε ο κύκλος της τετραλογίας του Ρίχαρντ Βάγκνερ, Το δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν σε

 

Από τον Γιώργο Κατσώνη

μια νέα παραγωγή της Metropolitan Opera από τον καναδό σκηνοθέτη Ρομπέρ Λεπάζ.

Το έργο που αρχικά έφερε τον τίτλο Ο θάνατος του Ζήγκφρηντ είναι γραμμένο το 1848 και αποτέλεσε την αφετηρία για μια αντίστροφη πορεία σύνθεσης μιας επικών διαστάσεων τετραλογίας που συγκεντρώνει συνολικά δεκαπέντε ώρες μουσικής αποκάλυψης. Ο Βάγκνερ με τον κύκλο του δαχτυλιδιού εισάγει νέα δεδομένα τόσο στο μορφολογικό και δομικό χαρακτήρα της παρτιτούρας όσο και στις σκηνικές προϋποθέσεις με τις οποίες ανεβαίνει ένα μουσικό δράμα, αλλάζοντας ριζικά τον καταστατικό χάρτη της όπερας.

 

Η αρπαγή του Δαχτυλιδιού που χαρίζει, σε όποιον το φοράει, τη δύναμη να κυριαρχήσει πάνω στον κόσμο, γίνεται αφορμή για το επικό αριστούργημα του Ρίχαρντ Βάγκνερ. Μάχες, θάνατοι, έρωτες και ηρωικά κατορθώματα που συντελούνται εν ονόματι του δαχτυλιδιού στηλιτεύουν τη δίψα του ανθρώπου για την εξουσία. Το έργο ολοκληρώνεται με την επιστροφή του Δαχτυλιδιού στους θησαυρούς του Ρήνου και την ολοκληρωτική κατάρρευση του μυθολογικού σύμπαντος που έχει δημιουργήσει ο δραματουργός Βάγκνερ.

 

Το Δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν συγκροτείται από έναν ισχυρό δραματουργικό ιστό μέσα στον οποίο ο συνθέτης μεταχειρίζεται με ιδιαίτερη λεπτότητα φιλοσοφικές, ψυχολογικές και πολιτικές έννοιες.

 

Η Metropolitan Opera ανέθεσε στον πολυσχιδή Ρομπέρ Λεπάζ (συγγραφέας, σκηνοθέτης, ηθοποιός) μια ανανεωτική παράσταση ολόκληρης της τετραλογίας επιμερίζοντας την, σε δύο καλλιτεχνικές περιόδους. Τη σαιζόν 2010 – 2011 ανέβηκαν τα πρώτα δυο μέρη από το Δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν, Ο χρυσός του Ρήνου και Βαλκυρίες αφήνοντας για φέτος τον Ζήγκφρηντ και το Λυκοφως των Θεών. Το ανέβασμα είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε στην κατάμεστη από κόσμο αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη» στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών το Σάββατο 11 Φεβρουαρίου σε απευθείας μετάδοση από τη Νέα Υόρκη.

 

Η δωρική σκηνοθεσία του Λεπάζ, διαφύλαττε την περιρρέουσα ατμόσφαιρα  της εποχής μέσα από τα κοστούμια, ενώ με την επιβλητική σκηνική εγκατάσταση που διακρινόταν για την αφαιρετική της απλότητα χάριζε έναν αειθαλή και διαχρονικό χαρακτήρα στο μουσικό κείμενο. Η σύλληψη ενός πολυμορφικού σκηνικού πάνω στο οποίο γίνονταν προβολές, συμβάδιζε με τις διαρκείς χωρικές αλλαγές που επιβάλλει ο Βάγκνερ μέσα από το έργο του και έδινε μια αίσθηση συνεχούς ροής των σκηνικών εικόνων.

 

Η Ντέμπορα Βόιτ ερμήνευσε μια δυναμική και ευαίσθητη Μπρουνχίλντε, ενώ ο Χανς Πίτερ Κένιγκ έναν σκοτεινό και εκδικητικό Χάγκεν. Η εξαιρετική ορχήστρα και η νευρώδης διεύθυνση του Φάμπιο Λουίζι αναδείκνυαν με ευκρίνεια το βαγκνερικό πάθος.