Με αφορμή το σκηνικό ανέβασμα του έργου, στο Φεστιβάλ Αθηνών (30 και 31 Ιουλίου) κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα για πρώτη φορά στην Ελλάδα η πλήρης εκδοχή ενός από τα πλέον εμβληματικά θεατρικά κείμενα του 20ου αιώνα, Το ατλαζένιο γοβάκι του Πωλ Κλωντέλ σε μετάφραση του Στρατή Πασχάλη.

«Από όλα τα έργα του μοντέρνου θεατρικού ρεπερτορίου, το μοναδικό που με ενδιαφέρει είναι το Ατλαζένιο γοβάκι· στον Κλωντέλ βλέπω τον προάγγελο μιας νέας τεχνικής του θεάτρου».
BERTOLT BRECHT

«Ο Κλωντέλ είναι ένας από τους τρεις «δασκάλους του δράματος» του 20ου αιώνα».
GEORGE STEINER, Ο θάνατος της τραγωδίας

Ορόσημο της κλωντελικής δημιουργίας, το Ατλαζένιο γοβάκι αποτελεί ένα από τα εμβληματικότερα έργα του γαλλικού αλλά και του παγκόσμιου θεάτρου χάρη στη μεγαλοφυή σύλληψή του και στο πολυσύνθετο πνευματικό του υπόβαθρο. Συνιστά το opus mirandum του Γάλλου θεατρικού συγγραφέα και ποιητή Πώλ Κλωντέλ, μια συναισθηματική και πνευματική διαθήκη, που αποκρυσταλλώνει το απαύγασμα της ζωής και της σκέψης του.
Πρόκειται για κολοσσιαίο έργο υπό τον πλήρη τίτλο Το Ατλαζένιο γοβάκι ή Το χειρότερο δεν είναι ποτέ σίγουρο, το οποίο γράφτηκε από το 1924 έως το 1929 και ανέβηκε για πρώτη φορά το 1943, μέσα στη γερμανική κατοχή, από τον διάσημο Γάλλο σκηνοθέτη Jean-Louis Barrault. Περιλαμβάνει πλούσια αυτοβιογραφικά στοιχεία και είναι εμπνευσμένο από τη θυελλώδη προσωπική του ζωή και τα πολυάριθμα ταξίδια του σε όλον τον κόσμο, καθώς ο Κλωντέλ, υπηρετώντας στο γαλλικό διπλωματικό σώμα, διετέλεσε πρόξενος σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, της Ασίας και της Αμερικής. Η πρωτοτυπία του έγκειται στο γεγονός ότι θέτει υπό αμφισβήτηση όλους τους κανόνες της κλασικής δραματουργίας ενώ συγχρόνως εμπεριέχει και όλες τις θεατρικές αναζητήσεις του 20ου αιώνα.
Το Ατλαζένιο γοβάκι εκτυλίσσεται στην αναγεννησιακή Ισπανία του 16ου αιώνα, σε μια περίοδο κατά την οποία η ισπανική αυτοκρατορία επιχειρεί να εξασφαλίσει την επικράτησή της στην Αμερική. Η πλοκή διαδραματίζεται κατά έναν ευφάνταστο τρόπο σε τέσσερις μέρες, αλλά η τελευταία συνιστά το απόγειο του έργου.
Η δράση του έργου λαμβάνει χώρα σε όλον τον κόσμο, από την Ευρώπη και την Αμερική έως την Αφρική και την Ασία· πρόκειται για ένα γιγάντιο ταξίδι γεμάτο συναρπαστικές περιπέτειες, προσωπικά όνειρα και ανομολόγητες επιθυμίες, με κέντρο τον απαγορευμένο έρωτα της Δόνιας Προέσα για τον Δόν Ροντρίγκο.

«Το μεγαλύτερο κύμα ποιητικής θάλασσας που δεχθήκαμε από την εποχή του Ουγκό»

A. THIBAUTET

«Ο Κλωντέλ θεωρεί τον εαυτό του άνθρωπο του Θεού και υπέρμαχο του χριστιανισμού…Οι πράξεις του όμως ουδόλως εκδηλώνουν το χαρακτήρα της χριστιανικής ύπαρξης. Και αν υποθέσουμε ότι παραπληροφορηθήκαμε για την προσωπική του ζωή, παραμένει γεγονός ότι το θέατρό του δεν τον χρίζει ούτε άνθρωπο του Θεού ούτε πολεμιστή, το αντίθετο μάλιστα…»

ALFRED WILD

«Τον αγαπώ και τον θέλω όπως ακριβώς είναι, παραδίδοντας μαθήματα στους διαλλακτικούς και χλιαρούς καθολικούς που επιδιώκουν να συμβιβάζονται. Εμείς μπορούμε να τον παραδεχτούμε και να τον θαυμάσουμε· εκείνος νιώθει την υποχρέωση να μας σιχαίνεται. Όσο για μένα, προτιμώ να με σιχαίνονται παρά να τους σιχαίνομαι».
ANDRÉ GIDE

«Ο Κλωντέλ είναι απειλητικός και σκληρός· ρίχνεται πάνω μας τόσο σφοδρά όσο και ο Θεός του…Δεν επιθυμεί τη συναίνεσή μας αλλά απαιτεί την ψυχή μας για να την προσφέρει στον Θεό».
JACQUES RIVIÈRE

«Το έργο του συγκλονίζει σαν τον επιβλητικό βροντερό ήχο ενός εκκλησιαστικού οργάνου, δημιουργεί μια ζωντανή ατμόσφαιρα ύψιστης ευγένειας».

ANNA DE NOAILLES

«Όλη η ζωή του Κλωντέλ δεν ήταν παρά μια μακριά, καρτερική και επίπονη προσπάθεια για να παραδοθεί ο ίδιος στην έμπνευση. Κάθε θεατρικό του έργο φέρει τη σφραγίδα ενός εμποδίου το οποίο νικά και ξεπερνά. Διαδοχικά, η δύναμη της θελήσεως, η δίψα της αχαλίνωτης ελευθερίας, η άρνηση του νόμου, η αγάπη της γυναίκας, οι δεσμοί του αίματος και της κάστας, τα πάθη του σύμπαντος, όλα αφήνονται πίσω μας, καθώς ο δρόμος που έπεται μας καλεί να συνεχίσουμε την πορεία».

JACQUES MADAULE

 

Έργο εξωφύλλου: Leonardo de Vinci

Από σειρά αρχιτεκτονικών σχεδίων: Φρούτα και cosses (μελάνι και κραγιόνια)

Παρίσι, Biblitheque de l’Institut de France