Δύσκολα θα βρούμε τέχνη που να αφήνει τέτοια άνεση και «φυσικότητα», στο υλικό που ο καλλιτέχνης διαχειρίζεται, όσο η ποίηση. Η ποίηση είναι το πεδίο δυνητικής ελευθερίας που, αν ενταθεί εννοιολογικά, μπορεί να αποδώσει εμπράγματη ελευθερία με τρόπο μοναδικό. Ίσως μόνο τα εικαστικά και η μουσική έχουν ανάλογα συνδυαστική, συνθετική και τελικά ανατρεπτική δυνατότητα.

Ή τουλάχιστον, τέτοιου τύπου είναι η ποίηση που προσωπικά υποστηρίζω, και προωθώ. Προϋπόθεση μιας τέτοιας ποίησης είναι η γιατρειά από τον ποιητικισμό. Για να θυμηθούμε και να παρωδήσουμε ένα κλασσικό βιβλίο της πολιτικής γραμματείας, θα λέγαμε πως ο ποιητικισμός είναι η παιδική ασθένεια της καλής ποίησης. Συστατικά αυτής της αρρώστειας, ή καλύτερα, τα συμπτώματά της, είναι η δραματικότητα, η σοβαροφάνεια, η καλλιέπεια, η εγωπάθεια. Προτεραιότητα της καλής ποίησης είναι, λοιπόν, η δημιουργία συγκινησιακού φορτίου μέσω της γλώσσας, αποφεύγοντας τους σκοπέλους της συνασθηματικότητας και του βαρύνοντος λυρισμού – και τελικά – η δημιουργία νέων κόσμων μέσω του γλωσσικού υλικού.

Τα ως άνω συμπτώματα έχουν αποδώσει στην τέχνη μας μια κακή φήμη: πως είναι εγωκεντρική, ρομαντίζουσα και βαρυφορτωμένηˑ πως είναι ακατανόητη, στρυφνή και ανιαρή. Όσοι της αποδίδουν τέτοιους χαρακτηρισμούς… έχουν δίκιο, αν έχουν υπ’όψιν τους την ποίηση του θυμικού, την παιδική ασθένεια που αναφέραμε. Θα τους έκανε καλό ίσως, παρόλα αυτά, να αναζητήσουν έναν τύπο ποίησης μειοψηφικής στην παρούσα ελληνική συγκυρία, που όχι μόνο μη-ποιητικίζουσα είναι αλλά είναι και ενίοτε αντι-ποιητικίζουσα.

Η κούρα για τα παραπάνω συμπτωμάτα έχει σπερματικά συνταγογραφηθεί, σκόρπια στην ιστορία της μοντέρνας ελληνικής ποίησης: περιλαμβάνει συστατικά από τον Καρυωτάκη, τον Καβάφη, τον Σολωμό, και πολλούς άλλους: το όνειρο, το παράλογο, το παράδοξο, το αλλόκοτο, το γκροτέσκο, το υπερβολικό, το nonsense, το σκώμμα, το χιούμορ, ο αυτοσαρκασμός. Η πλάγια, πρισματική ματιά στον κόσμο μας (διότι αυτό είναι η ποίηση) είναι σήμερα πιο απαραίτητη από ποτέ. Η ποίησή μας βέβαια, δεν είναι έμβιος οργανισμός που υπόκειται σε βιολογική εξέλιξη: η ανάπτυξή της δεν είναι γραμμική, κι άρα, όπως όλες οι τέχνες, κουβαλά σε μεγάλο βαθμό αρκετές από τις ασθένεις που θα περίμενε κανείς πως έχει (ξε)περάσει. Ο λόγος είναι προφανής: δεν υπάρχει μία ποίηση, αλλά πολλές. Ένα είδος από αυτές, αυτό που σχηματικά ονομάζουμε καλή ποίηση, έχει αφήσει τις παιδικές ασθένειες πίσω της. Ας την αναζητήσουμε. Μιλά την γλώσσα του καθημερινού. Επείγει.

Info: Ο Θοδωρής Ρακόπουλος γεννήθηκε το 1981. Σπούδασε Νομικά και Κοινωνική Ανθρωπολογία στη Θεσσαλονίκη και το Λονδίνο. Έγραψε τρία βιβλία: Φαγιούμ (Μανδραγόρας 2010), Ορυκτό Δάσος (Νεφέλη 2013) και Η Συνωμοσία της Πυρίτιδας (Νεφέλη 2014). Για το πρώτο τιμήθηκε με κρατικό βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα, ενώ με το δεύτερο ήταν στη λίστα για το βραβείο ποίησης του περιοδικού Αναγνώστης. Λογοτεχνικά (ποίηση, διήγημα) και κριτικά κείμενά του δημοσιεύονται σε εφημερίδες, λογοτεχνικά περιοδικά και στο μπλογκ thodorisrakopoulos.blogspot.com. Εργάζεται ως ερευνητής στο πανεπιστήμιο του Bergen (Νορβηγία).

* Αναδημοσίευση από το περιοδικό Culturenow Mag, τεύχος 30

 

Διαβάστε επίσης: Νυχτερίδα στην τσέπη – Θοδωρής Ρακόπουλος