Όσοι έχουν περπατήσει στην Αθήνα και παρατηρούν γύρω τους όλο και κάπου θα έχουν συναντήσει το περιπλανώμενο

Από τη Φωτεινή Τσαρδούνη

«βασανίζομαι…» σε τοίχους και όχι μόνο. Ο Αντώνης Τσιπιανίτης, με αφορμή αυτή την ομολογία(;), συμπέρασμα(;), δημόσια αποδοχή(;), λέξη προς προβληματισμό(;) αποφάσισε να γράψει ένα θεατρικό έργο. «βασανίζομαι…»  μια μαύρη κωμωδία – ο τίτλος και η επεξήγησή του.

 

Πρωταγωνιστής ο Φωκίωνας. Ένας ώριμος άνδρας που μαθαίνει ότι έχει καρκίνο και περιθώριο ζωής μονάχα λίγες ημέρες. Αντί όμως να χαρεί τις τελευταίες του στιγμές με αυτούς που αγαπάει, η ίδια του η οικογένεια βρίσκεται στο πλάι του, όχι για να τον συμπονέσει και να του σταθεί στις δύσκολες αυτές ώρες, αλλά για να του επιβληθεί ώστε να την αποκαταστήσει πλήρως περιουσιακά πριν ο ίδιος πεθάνει. Καταλαβαίνει τότε ο Φωκίωνας ότι δεν υφίσταται ως σύντροφος και ως πατέρας, αλλά ως το πορτοφόλι και ως η ευκολία των υπολοίπων για τα δάνεια και τις υπόλοιπες οικονομικές υποχρεώσεις, χωρίς ωστόσο να είναι αποδέκτης ίχνους αγάπης.

Χρέη, δάνεια, δόσεις, πώς θα πληρωθούν όλα αυτά, θέματα τοις πάσι γνωστά και δη ζώντα από σημερινές ελληνικές οικογένειες με γονείς 40 ετών και άνω. Ο Αντώνης Τσιπιανίτης όντως συνθέτει μια διασκεδαστική μαύρη κωμωδία. Στα νέα του  επικείμενου θανάτου, προσθέτει και άλλες αποκαλύψεις –  θυσίες της υγείας του ήρωα, προκειμένου να βρεθούν τα πολυπόθητα χρήματα, πάντα με μια αντιμετώπιση γέλιου και  – γιατί όχι – αισιοδοξίας.

Για να προβληθούν τα προβλήματα και τα αδιέξοδα του Φωκίωνα, ο συγγραφέας τον  πλαισιώνει με μια οικογένεια γραφικά «βολεμένη». Μια παράσταση που μέσα από την σκηνοθετική καθοδήγηση της Κατερίνας Πολυχρονοπούλου ο θεατής αρέσκεται και γελάει με τα κωμικά του έργου. Αστείες χορευτικοί είσοδοι του άνετου φίλου του Φωκίωνα (Βαγγέλης Λιοδάκης), μια οικογένεια που ζει στην δική της «φούσκα» και πραγματικότητα με  ενασχολήσεις  στερεοτυπικές κι ένας Φωκίωνας (Περικλής Λιανός) που μας εξιστορεί τους λόγους για τους οποίους βασανίζεται. Χαρακτήρες κωμικοί (και έτσι σκηνοθετικά προβεβλημένοι) , έξυπνα σχόλια, παιχνιδιάρικη διάθεση.

Ωστόσο όλα αυτά στήνονται λίγο – ιδιαίτερα για τους δεύτερους ρόλους – σαν μια αναπαραγωγή τηλεοπτικής σειράς. Μούτες, υπερβολές σε κάποια σημεία και εύκολο γέλιο σε άλλα. Η σηματοδότηση επίσης  της αλλαγής τόπου και χρόνου είναι μάλλον περιττή με τα μέσα που έχουν επιλεγεί, καθώς η αφήγηση του Φωκίωνα και η είσοδος των προσώπων μας το δηλώνουν από μόνα τους. 

Το «βασανίζομαι…» ενός ανθρώπου που βγαίνει στους δρόμους και το γράφει με σπρέι στους τοίχους έγινε μαύρη κωμωδία στο θέατρο. Το «βασανίζομαι» επίσης, ως λέξη από μόνη της έχει διαφορετικό βάρος για τον καθένα. Είναι έξυπνη, είναι ελαφρυά, πονά, παιδεύει ή πολλά άλλα. Ο συγγραφέας και η παράσταση κάνανε τις επιλογές τους. Δεκτές.

Ωστόσο νοιώθω  την ανάγκη να γράψω δύο λέξεις παραπάνω προς υπεράσπισην του πραγματικού «παθόντα και αυτουργού» των «βασανίζομαι…». Για εκείνον έχει άλλο βάρος η φράση αυτή. Βασανίζεται η ύπαρξη του, αλλά παρ’ όλα αυτά επίσης αισιοδοξεί (όπως με έναν τρόπο και ο Φωκίωνας)  κι ελπίζει, με τον δικό του τρόπο. (Προσοχή, το βάρος δεν είναι λυπηρό απαραίτητα, κατσούφικο ή απαισιόδοξο. Η βαρύτητα άλλωστε είναι αυτή που μας συγκρατεί και μας δίνει την φόρμα μας. Και ούτε βέβαια η διασκέδαση είναι μεμπτή. Είναι μάλιστα ζητούμενη στα καθημερινά άγχη.) Κάνει λοιπόν, ο «φυσικός αυτουργός»,  τους περαστικούς να διαβάσουν σε κάποιον τυχαίο τοίχο ότι δεν είναι οι μόνοι που βασανίζονται και πως απλά κάποιος βρέθηκε να το βροντοφωνάξει γραπτώς. Η διαφορά των δύο, Φωκίωνα και του άλλου, του μη θεατρικού, ίσως να συνοψίζεται στο ότι το παγκάκι του Φωκίωνα  γράφει «βασανίζομαι!» , ενώ του δεύτερου  «βασανίζομαι…».