Το έργο «Ραχήλ» του Γρηγόριου Ξενόπουλου πρωτοπαρουσιάστηκε το 1909, τρία χρόνια πριν την ένταξη της Θεσ/νίκης στο ελληνικό …

Από την Φωτεινή Τσαρδούνη

κράτος (1912). Εκατό χρόνια μετά, το Κέντρο Θεατρικής Έρευνας Θεσ/νίκης τιμά αυτόν τον ιστορικό σταθμό με το ανέβασμα του παραπάνω έργου μέσα από την δική του ματιά, ερωτηματική και “θαυμαστική”.

Ο Ξενόπουλος, ως πεζογράφος και θεατρικός συγγραφέας, ξεκίνησε από τον χώρο της ηθογραφίας και πέρασε γρήγορα στο ρεαλιστικό (και αργότερα νατουραλιστικό) αστικό μυθιστόρημα, στο αστικό δράμα (το «μοντέρνο» δηλαδή της εποχής του), στο Θέατρο Ιδεών, όπου ενυπάρχει ο κοινωνικός προβληματισμός  και όπου αναδύονται στοιχεία κοινωνικά και πολιτικά.

Δεν αγνοεί τον ζακυνθινό τόπο καταγωγής του  και τον θέτει ως το σκηνικό πολλών έργων του. Εκεί, μια κυρίαρχη γυναικεία φιγούρα (χαρακτηριστικό άλλωστε του Θεάτρου Ιδεών) ερωτεύεται το απαγορευμένο, τον Άλλον και παρά τις αποστάσεις, αυτός ο έρωτας  προσπαθεί να ισοσκελήσει τις διαφορές ώστε οι δυο αντιμαχόμενες πλευρές να συμφιλιωθούν. Τέτοιο έργο και η «Ραχήλ», όπως και η «Φωτεινή Σάντρη» και  η «Στέλλα Βιολάντη».

Για το ανέβασμα της συγκεκριμένης παράστασης ο σκηνοθέτης, Πέτρος Ζηβανός μπόλιασε το θεατρικό δράμα «Ραχήλ» με στοιχεία του μυθιστορήματος «Μεγάλη Περιπέτεια» του ίδιου συγγραφέα, που τυπώθηκε το 1937. Η ιστορική βάση κοινή. Το πογκρόμ εναντίων των Εβραίων το 1891 στην Ζάκυνθο. Το έργο διαδραματίζεται την περίοδο της Μεγάλης Εβδομάδας. Εβραίοι και Χριστιανοί συνυπάρχουν αρμονικά στο νησί, αλλά την συγκεκριμένη περίοδο ξυπνούν οι «συκοφαντίες του αίματος», όπου θέλουν τους Εβραίους να σκοτώνουν παιδιά Χριστιανών και από το αίμα τους να φτιάχνουν τα πασχαλινά «άζυμά» τους. Η δολοφονία ενός μικρού κοριτσιού εκείνη την χρονιά προκαλεί την διατάραξη αυτής της αρμονίας και την έκρηξη βίας των Χριστιανών εναντίων των φίλων – αν και διαφορετικής φυλής –  έως τότε Εβραίων. Η Ραχήλ, είναι κόρη του Εβραίου τραπεζίτη Σαμουήλ Τεδέσκου και το πρόσωπο του πόθου της, ο παιδικός της φίλος και γείτονας, Κάρολος Δεσύλας. Έχοντας σπουδάσει σε σχολείο της Ελβετίας μαζί με άλλες Χριστιανές λέει στην μητέρα του Καρόλου πως «ο Θεός των πατέρων μας είναι είναι ένας». Ο έρωτας του ζευγαριού και οι όποιες δυναμικές αποφάσεις της Ραχήλ επισκιάζονται και ανατρέπονται από τα γεγονότα που θέλουν την διαφορετικότητα της Φυλής και της Θρησκείας να στέκει αδιάβατη ανάμεσά τους. Το έργο είναι πλούσιο στο να θίγει την αναπαραγωγή των στερεοτύπων από τις κοινωνίες, στην ροπή για έχθρα για τους αλλόφυλλους και βέβαια πίσω απ’όλα αυτά να υποβόσκει και ο φόβος και ο φθόνος για μια κοινωνική ομάδα που ευημερεί και ακμάζει οικονομικά και πολιτικά.

Το έργο λαμβάνει χώρα στο σαλόνι της οικογένειας Τεδέσκου. Μια τραπεζαρία όπου καταναλώνονται τα ένοχα «άζυμα» και αποτελεί την εστία της οικογενειακής συνοχής, αλλά και συνεύρεσης του ζευγαριού. Αθώο σκηνικό που φιλοξενεί την αυξάνουσα ένταση του έργου και των ηρώων του. Οι λιτές επιλογές του σκηνικού (Λίλα Καρακώστα), όπως και εδώ, υπογραμμίζουν το χτίσιμο των χαρακτήρων, χωρίς να το βαραίνουν. Υπάρχει όμως και ένα «κινηματογραφικό παράθυρο», που κατά επιλογήν του σκηνοθέτη (Πέτρος Ζηβανός), προβάλλεται κατ’ αρχήν, πριν την έναρξη της παράστασης, ένα, σκωπτικό θα έλεγα, βιντεάκι που σχολιάζει εύστοχα τις διαφορές μεταξύ γειτόνων. Κατά δεύτερον, προσθέτει ιστορικά βίντεο των εξεγέρσεων των Χριστιανών και προβάλλει τη σκέψη της Ραχήλ, πράγμα που ίσως είναι περιττό όταν το πρόσωπο και η παρουσία της ίδιας της ηθοποιού – Ραχήλ γεφυρώνει την απόσταση μεταξή νοερού και οπτικού.

Η αλήθεια είναι ότι έτυχε να δω την παράσταση δύο φορές. Και τις δυο φορές σταθερή αξία αποτέλεσε η Ραχήλ (Μάρα Τσικάρα), καθώς και οι υπηρέτες (κωμικές μορφές κατά βάση) των δύο σπιτιών (Έλενα Μιχαηλίδη, Νίκος Νικολαΐδης, Χρήστος Τσαβλίδης) με τον τελευταίο να ξεχωρίζει με την παιχνιδιάρικη διάθεση και την πλαστικότητά του ως Αβραμής.
Η Μάρα Τσικάρα ως Ραχήλ κλήθηκε να σηκώσει το βάρος του Έρωτά της, της Φυλής της, των Κατηγορώ των άλλων και του εαυτού της και τα κατάφερε. Με αστείρευτη ενέργεια μετέβαινε από την μια κατάσταση στην άλλη, αναδεικνύοντας τις εσωτερικές συγκρούσεις μεταξύ των Πρέπει και των Θέλω. Άλλοτε εκρηκτική και άλλοτε εκφοβιστικά και συγκινητικά ήρεμη. Ακροβατικά επικίνδυνη, αλλά επιτευγμένη ισορροπία που άπλωνε το χέρι και στους υπολοίπους να την μοιραστούν. Αυτό το μοίρασμα έλειψε από τον Κάρολο (Γιάννη Τσίκουλα), όντας πιο σφιχτός και συγκρατημένος. Οι υπόλοιποι ηθοποιοί είχαν τις στιγμές τους μεν, αλλά υπήρξε δυσκολία να κατανοήσουμε το πολυδιάστατο και τις αντιφάσεις των ηρώων που ενσάρκωναν.

Η ατμοσφαιρική μουσική του Κώστα Βόμβολου υπογράμμισε και ανέδειξε το κλίμα του έργου και μας άφησε στο τέλος στα χείλη το ψιθύρισμα «των κέδρων»…

Μια παράσταση ενός δυνατού έργου που κλείνοντας τα μάτια, είναι δύσκολο να παραδεχτείς πως τα όσα συμβαίνουν και λέγονται διαδραματίζονται πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μάλιστα 110 περίπου χρόνια πίσω από το σήμερα που έχει τόσο ανάγκη από διαφορετικές αντιλήψεις…

Συντελεστές

Σκηνοθεσία – κείμενο παράστασης
Πέτρος Ζηβανός
 

Σκηνικά
Λίλα Καρακώστα

Κοστούμια
Νατάσα Ζηβανού
 
Μουσική
Κώστας Βόμβολος
 
Σχεδιασμός φωτισμού
Κώστας Βουρλιώτης
Πέτρος Ζηβανός
 
Κινησιολογία
Ιωάννα Μήτσικα
 
Video
Γιάννης Πειραλής
Βιργινία Ρηγάκη
 
Οργάνωση παραγωγής
Γιάννης Γκουντάρας
Art Minds 
 

Παίζουν
 
Μάρα Τσικάρα
Γιάννης Τσίκουλας
Τζίμης Κούρτης
Κώστας Βουρλιώτης
Γιάννης Γκουντάρας
Κατερίνα Γιαννούλη
Νίκος Νικολαϊδης
Χρήστος Τσαβλίδης
Έλενα Μιχαηλίδη