Η φρίκη και ο αποτροπιασμός είναι κάποια από τα πολλά συναισθήματα που προκαλούν στο θεατή της «Ανάκρισης», τα ιστορικά γεγονότα τα οποία παρουσιάζονται και διεγείρουν απάνθρωπες εικόνες από το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς. Το έργο του Πέτερ Βάις, είναι ένα ντοκουμέντο κατά του ναζισμού και της μισανθρωπιάς, μια ωμή καταγγελία στην τρέλα του πολέμου. Μέσα από τις μαρτυρίες στη δίκη κάποιων υπευθύνων του στρατοπέδου, αναδύεται ο τραγικός αφανισμός εκατομμύρια ανθρώπων, με τρόπους κραυγαλέα διαστροφικούς.

Συνήθως, στα καταγγελτικά έργα-ντοκουμέντα σαν αυτό, υπάρχει το θετικό μιας φλέγουσας κατάστασης που πηγάζει από την πραγματικότητα και μας φέρνει συχνά ενώπιον του εαυτού μας. Έτσι και η «Ανάκριση» τονίζει τους λόγους που η ιστορική μνήμη είναι απαραίτητο συστατικό για ένα στέρεο μέλλον. Εξαιρετικά δυσάρεστο βέβαια, να υπάρχουν τόσοι συσχετισμοί και νήματα που συνδέουν το τρομερό «τότε» με το ελληνικό «σήμερα».

Παρακολουθούμε λοιπόν, έξι πρόσωπα που επέζησαν από την κόλαση του Άουσβιτς να αποτελούν τους μάρτυρες κατηγορίας πέντε ναζί, καταθέτοντας στον ανακριτή τις εμπειρίες τους με κάθε λεπτομέρεια. Αντίλογος σε κάθε τους ομολογία, είναι ο δικηγόρος των κατηγορουμένων, που προσπαθεί να τους υπερασπιστεί, αμφισβητώντας ακόμα και αδιάσειστα γεγονότα.

Η παράσταση, στήθηκε κάπως άνισα. Ξεχώρισε η ερμηνεία της Εύας Κοταμανίδου, που ήταν σπαρακτική, καθήλωνε με το βλέμμα, ενώ με τη στάση της κραύγαζε βουβά. Λιτή και αισθαντική η φιγούρα του Γιάννη Γούνα, ενώ απέριττος και καίριος ο Παύλος Ορκόπουλος. Ο ανακριτής του Κώστα Καζάκου ήταν κάπως μονότονος, μα διέθετε στιβαρότητα, ενώ η Τζένη Κόλλια, αν και με νεύρο, είχε έναν αδύναμο ρυθμό. Οι ναζί, παρουσιάστηκαν βδελυγμικοί, καρικατουρίστικοι και κενοί. Ο «Σταρκ», είναι ο αντι-ήρωας που λέει το πιο ουσιαστικό για αυτούς, ότι δηλαδή έτσι γαλουχήθηκαν και έμαθαν από μικροί ότι είναι το σωστό, θίγοντας το ζήτημα των κατευθυντήριων γραμμών τις οποίες παίρνει ένα άτομο στα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Δυστυχώς η κραυγή δεν φαίνεται να φτάνει απόλυτα στα αυτιά μας, μέσω του Κωνσταντίνου Καζάκου, που έδωσε μια πιο επίπεδη ερμηνεία, αν και προσπάθησε αρκετά.

Η σκηνοθεσία του Σταύρου Τσακίρη, είχε κλασικές γραμμές και νόρμες, χωρίς να περιέχει το στοιχείο της υπέρβασης ή της έκπληξης. Τα σκηνικά και τα κοστούμια της Θάλειας Ιστικοπούλου, ήταν απλά, χωρίς ιδιαιτερότητες, όμως η χρήση βίντεο με τα στοιχεία των κατηγορουμένων, ήταν μια αναπάντεχα καλή εικαστική παρέμβαση. Οι φωτισμοί του Θανάση Σταυρόπουλου είχαν αρκετά κινηματογραφικά στοιχεία. Η μουσική επένδυση καλή και ενδιαφέρουσα.

Η κανονική εκδοχή της «Ανάκρισης» έχει την εξοντωτική διάρκεια των πέντε ωρών. Εύστοχα, σε αυτήν την διασκευή, ολοκληρώθηκε με την καταγγελία ενός επικίνδυνου και υποβόσκοντα νεοναζισμού σε κάθε σύγχρονη κοινωνία, που δεν έχει απολέσει τα κατάλοιπα του παρελθόντος. Όμως, το αναπάντεχο στην παράσταση του «Τζένη Καρέζη», είναι ότι στην σκηνή, εμφανίζεται ο δημοσιογράφος Νίκος Μπογιόπουλος, που κάνει μια αιρετική παρέμβαση, εξιστορώντας με στοιχεία, πως οι πραγματικοί ένοχοι για την άνοδο του ναζισμού, δεν δικάστηκαν ποτέ, παρά μονάχα κάποιοι κατώτερων αξιωμάτων εντολοδόχοι. Κάτι ενδιαφέρον και ακριβές. Το αμφιλεγόμενο είναι ότι στην συνέχεια, επικαλούμενος τον Μπρεχτ, κάνει μια σύνδεση μεταξύ καπιταλισμού και φασισμού, δράττοντας την ευκαιρία να δώσει κάποιες κατευθυντήριες γραμμές, που τόσο πολυφορεμένες είναι τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα. Ένα τόσο δυνατό και σπαρακτικό έργο, είναι ικανό να μιλήσει στον θεατή, χωρίς υποτίτλους και αν αυτοί υπάρχουν, να αρκούνται σε απλή καταγραφή των ιστορικών γεγονότων.

Η ιστορία έχει ακόμα να διδάξει πολλά, αρκεί με τη σειρά μας να είμαστε πρόθυμοι να διδαχθούμε από αυτήν.

Γενικά, πρόκειται για μια παράσταση με καλές προθέσεις, δυστυχώς επίκαιρη, που μπορεί να υστερεί σε κάποια σημεία, όμως τα μηνύματα που δύναται να περάσει, είναι ούτως ή άλλως πολύ σημαντικά για τις σκοτεινές εποχές που διανύουμε.

«Η Ανάκριση», του Πέτερ Βάις, παρουσιάζεται από Πέμπτη έως Κυριακή στο Θέατρο Τζένη Καρέζη, σε Απόδοση και Σκηνοθεσία Σταύρου Σ. Τσακίρη. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ