Τελειώνοντας η προβολή του Λίνκολν το ερώτημα που μου ήρθε κατευθείαν στο μυαλό δεν είχε να κάνει…

… με το αν πρόκειται τελικά για μια ταινία  που προβλέπεται ότι θα συγκεντρώσει τα περισσότερα χρυσά αγαλματίδια, αλλά τί έχει να πει η ιστορία ενός αμερικάνου προέδρου που θήτευσε το 1860 και υπερασπίστηκε με πάθος την κατάργηση της δουλείας και την απελευθέρωση των μαύρων στον, επί παραδείγματι, έλληνα θεατή που ζει σε άλλη ήπειρο, δεν διδάχτηκε ποτέ αμερικάνικη ιστορία στο σχολείο του, και που το περισσότερο που ενδέχεται να γνωρίζει για τον εν λόγω πρόεδρο είναι ακριβώς αυτό που μόλις προανέφερα: Ότι ήταν κάποτε ένας πρόεδρος στην μακρινή Αμερική που αποφάσισε, μεταξύ άλλων, ότι ο θεσμός της δουλείας έπρεπε να τερματιστεί μαζί με τα βάσανα της μαύρης φυλής. Η απάντηση θεωρώ πως βρίσκεται σε μια ουμανιστικού τύπου προσέγγιση της ταινίας.   

Από την Ελένη Φιλίππου

Για παράδειγμα, το γεγονός ότι το Λίνκολν έτυχε θερμής υποδοχής τόσο στις πολιτείες της Αμερικής που ψηφίζουν κόκκινο (Ρεπουμπλικάνοι), όσο και σε αυτές που ψηφίζουν μπλε (Δημοκρατικοί), δείχνει ότι στο πρόσωπο του Αβραάμ Λίνκολν ο αμερικανός πολίτης αναγνωρίζει έναν από τους σημαντικότερους Πατέρες του Έθνους του: ένας πολιτικός με ένα εσωτερικό αξιακό σύστημα που πέρασε και στο έργο του. Στον έλληνα θεατή από την άλλη, παρότι η περίπτωση καθεαυτή του Λίνκολν δεν πρόκειται να τον αγγίξει στο φιλοπατρικό του αίσθημα, μπορεί να του θυμίσει πάραυτα τις αξίες που οφείλει ο πολιτικός να φέρει εντός του προκειμένου να κυβερνήσει τον τόπο του. Ο Σπίλμπεργκ ξεκινάει την ιστορική αφήγησή του τον Ιανουάριο του 1865, χρονιά που βρίσκει τον Λίνκολν να παλεύει να περάσει την 13η Τροποποίηση του Συντάγματος στην βουλή των Αντιπροσώπων, η οποία καταργεί επίσημα τον θεσμό της δουλείας. Με τον εμφύλιο να οδεύει προς το τέλος, ο Λίνκολν γνωρίζει πως οι ηττημένες δουλοκτητικές πολιτείες του Νότου σε καμιά περίπτωση δεν θα στηρίξουν την Τροποποιητική του μετά την επανένωση. Οπότε πρέπει πάση θυσία να πιέσει να περάσει η 13η Τροποποίηση προτού λήξει ο πόλεμος.

Προς μεγάλη έκπληξη, ο Σπίλμπεργκ σκηνοθετεί το Λίνκολν εκτός του φαντασμαγορικού πλαισίου που μας είχε συνηθίσει μέχρι τώρα. Μακριά από επικές μάχες, χωρίς σκηνές έντονης δράσης και δίχως εφέ, τοποθετεί την κάμερα στο μεγαλύτερο μέρος του φιλμ μέσα σε κλειστούς χώρους και επικεντρώνεται στις δύσκολες στιγμές που καλείται ο 16ος πρόεδρος των ΗΠΑ να αντιμετωπίσει. Από την μια ο Λίνκολν επιθυμεί διακαώς να λήξει ο μακρόχρονος και πλέον καταστροφικός στην ιστορία της Αμερικής πόλεμος, από την άλλη νιώθει το ηθικό χρέος να βάλει τέλος στο απάνθρωπο καθεστώς της δουλείας. Ένα καθεστώς, που ειδικά στις πολιτείες του Νότου αποτελεί το βασικό εργαλείο παραγωγής της οικονομίας τους. Οι σύμβουλοι που βρίσκονται κοντά στον πρόεδρο φοβούνται πως το εγχείρημα για την ενεργοποίηση της Χειραφέτησης του ΄63 οριακά δεν θα ψηφιστεί, καθώς οι Ρεπουμπλικάνοι των συνοριακών πολιτειών έχουν ως βασική προτεραιότητα την λήξη του πολέμου. Αλλά ακόμη και στην περίπτωση που οι συνοριακοί στηρίξουν την Τροποποίηση, θα χρειαστούν και την ψήφο αρκετών Δημοκρατικών μελών του Κογκρέσου. Προϋπόθεση που περιπλέκει ακόμη πιο πολύ το εγχείρημα, μιας και οι περισσότεροι Δημοκρατικοί έχουν ηττηθεί από τις εκλογές του ΄64. Το καλύτερο δυνατό σενάριο κατά τους συμβούλους είναι να περιμένουν την συγκρότηση του πλειοψηφικού ρεπουμπλικανικού Κογκρέσου, όπου η τροποποίηση θα είναι εύκολο πλέον να περαστεί. Γνωρίζοντας ο Λίνκολν ότι οι συντηρητικοί του κόμματος δεν είναι θετικά διακείμενοι στο θέμα της χειραφέτησης των δούλων, καθιστά την πρόταση ανέφικτη. Οι διαπραγματεύσεις πρέπει να γίνουν τώρα, κάτω από την πίεση του πολέμου.

Ρητορική, πολιτικά παιχνίδια, πολιτική και πολεμική στρατηγική, δωροδοκίες και διπλωματία λειτουργούν ως άξονες που δομούν το πολιτικό παρασκήνιο μιας από τις χειρότερες και καταστροφικότερες περιόδους της Αμερικής. Το εξαιρετικό σενάριο του βραβευμένου με Πούλιτζερ Τόνι Κούσνερ καταφέρνει να αποδώσει με ακτινογραφική ακρίβεια, ως μηχανή του χρόνου, την εκρηκτική ατμόσφαιρα της εποχής. Στην συνέχεια, την σκυτάλη παίρνει ο Σπίλμπεργκ, ο οποίος αποθεώνει το φιλμ με μια στατική, σκοτεινή και συγχρόνως φλεγόμενη κινηματογράφηση. Από τα συσκοτισμένα και γεμάτα καπνό δωμάτια, όπου συζητούν οι σύμβουλοι με τον Λίνκολν, το υπνοδωμάτιο του προέδρου, που τον μεταστοιχειώνει σε φιγούρα του Ελ Γκρέκο πίσω από την κουρτίνα, μέχρι τα έδρανα της Βουλής, όπου μέσα  από τα λόγια των μαινόμενων ομιλητών ξεδιπλώνεται μια ολόκληρη ηθική στάση απέναντι στα ανθρώπινα δικαιώματα.

Ο Ντάνιελ Ντέι-Λιούις ενσαρκώνει με τέτοιο λεπτεπίλεπτο και υπέρκομψο τρόπο τον Λίνκολν,  έτσι που η εικόνα του ηθοποιού ταυτίζεται πλήρως με τον ρόλο: Ο τρόπος με τον οποίο μιλάει, όχι μόνο στην προφορά του βόρειου, αλλά και όταν υψώνει το τόνο της φωνής του και χτυπάει το χέρι στο τραπέζι, όταν κοιτάζει τον απέναντι κατάματα την ώρα που διαπραγματεύεται και ξέρει ότι τον έχει κερδίσει, αλλά και την στιγμή που διηγείται μια από τις ανέκδοτες ιστορίες του δυναμιτίζει την σκηνή και καταρρίπτει την φυσική απόσταση μεταξύ θεατή και οθόνης. Τόσο έντονη είναι η παρουσία του, που ακόμα και σε σκηνές που δεν βρίσκεται παρών, ο θεατής έχει την αίσθηση της παρουσίας του. Στο ίδιο ερμηνευτικό βεληνεκές στέκονται ο Τόμι Λι Τζόουνς, ως Θαδαίος Στίβενς και η Σάλι Φίλντ, ως σύζυγος και πρώτη κυρία Μέρι Τόντ Λίνκολν.    

Η εμπορική επιτυχία του Λίνκολν, το οποίο απέφερε εισπράξεις της τάξεως των 144,5 εκατομμύριων δολαρίων στο αμερικανικό box office, συνοδεύτηκε με 12 υποψηφιότητες για Όσκαρ, οι οποίες εκκρεμούν: Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας (Στίβεν Σπίλμπεργκ), Διασκευασμένου Σεναρίου (Τόνι Κούσνερ), Α’ Ανδρικού Ρόλου (Ντάνιελ Ντέι-Λιούις), Β’ Ανδρικού Ρόλου (Τόμι Λι Τζόουνς), Β’ Γυναικείου Ρόλου (Σάμι Φίλντ), Μοντάζ (Μάικλ Καν), Φωτογραφίας (Γιάνους Καμίνσκι), Σχεδιασμού Παραγωγής (Ρικ Κάρτερ & Τζιμ Έρικσον), Σχεδιασμού Κοστουμιών (Τζοάνα Τζόνστον), Ήχου (Άντι Νέλσον, Γκάρι Ράιντστορμ, Ρόναλντ Τζάντικινς) και Μουσικής (Τζον Γουίλιαμς)

Σκηνοθεσία: Στίβεν Σπίλμπεργκ
Σενάριο: Τόνι Κούσνερ (βασισμένο στο βιβλίο της Ντόρις Κερνς Γκούντγουιν)
Πρωταγωνιστούν: Ντάνιελ Ντέι-Λιούις, Τόμι Λι Τζόουνς, Σάλι Φίλντ, Ντέιβιντ Στράδερν, Τζόζεφ Γκόρντον-Λέβιτ, Τζέιμς Σπέιντερ, Χαλ Χόλμπρουκ
Διάρκεια: 150΄
Διανομή: Odeon        

-Ο ΣΠΙΛΜΠΕΡΓΚ ΠΑΡΑΔΙΔΕΙ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ-