Η Κόλαση ίσως να απέχει μόλις λίγο από τον επικαλούμενο Παράδεισο, έναν όροφο, ένα τετράγωνο, λίγα χιλιόμετρα, ποιος μπορεί να ξέρει! Μπορεί πάλι ο Παράδεισος για κάποιον να είναι η Κόλαση που εύχεται για τον διπλανό του και τότε γεμίζει με χαρά από το μίσος που νιώθει, ανθρώπινο και αυτό αν και δυστυχώς ακραίο. Αν επιχειρήσει κανείς να επικαλεστεί έναν συγκεκριμένο ορισμό τότε ή θα γεμίσει τις σελίδες του με αόριστες φράσεις χωρίς νόημα ή πιο πιθανό θα παραδώσει λευκή κόλλα μην μπορώντας να αρθρώσει την παραμικρή γραμμή σκέψης, όλα στο παιχνίδι είναι. Γιατί πολύ απλά για τον καθένα η έννοια Κόλαση είναι τόσο διαφορετική και η αντίληψη για αυτήν το ίδιο. Ποιος όμως ορίζει την Κόλαση για τον αλλόπιστο και άραγε μπορεί να την ορίσει, αν ναι με βάση ποια κριτήρια και υπό ποιες συνθήκες; Μισαλλοδοξία, έλλειψη παιδείας, εχθρότητα, αδυναμία συνύπαρξης ή μήπως όλα μαζί σε ένα δέμα; Τι είναι αυτό που τον οδηγεί, ποια σκοτεινή σκέψη τον παρασέρνει ή τον επηρεάζει ώστε να εύχεται να του συμβεί το οτιδήποτε ώστε ο ίδιος να αγγίξει τις πύλες του Παραδείσου, του δικού πλασματικού και ιδεώδους Παραδείσου; Και βέβαια όλα αυτά είναι ιδεατά και πλήρως φαντασιακά, ουδείς δημιουργεί συνθήκες μετάβασης σε έναν Παράδεισο που δεν ξέρει πότε και αν τον περιμένει σαν να ήταν λεωφορείο που εκτελεί δρομολόγιο της γραμμής.

Υποκρισία λοιπόν ή απλά αφέλεια της εσωτερικής συνείδησης και άστατοι χαρακτήρες; Μάλλον επικίνδυνοι και απειλητικοί εκτελεστές ενός υποκινημένου σχεδίου που δεν οργάνωσαν οι ίδιοι αλλά που πιστεύουν ένθερμα γιατί έτσι τους είπαν, έτσι τους διαμήνυσαν ποτισμένοι με το ποτό της υποτιθέμενης αιώνιας ζωής που θα βρουν εκεί που θα πάνε. Έτσι στον βωμό μιας υποσχόμενης σωτηρίας που καταλήγει φρούδα, θυσιάζονται στο όνομα ενός αναχρονιστικού δόγματος που είναι τυφλό, άναρχο ως προς τα μέσα που χρησιμοποιεί, βίαιο, απρόσωπο και ανεξέλεγκτο. Αυτοί οι νέοι ήρωες που αυτοβαπτίζονται σωτήρες σκορπίζουν σκοτάδι και θρήνο, μίσος και πόνο σε ανθρώπους που δεν τους έκαναν το παραμικρό αλλά είναι οι ορκισμένοι αντίπαλοι τους για λόγους που οι ίδιοι γνωρίζουν. Γνωρίζουν όμως τελικά τι ζητάνε από αυτήν την κίνηση τους ή τυφλά υπηρετούν σκοπούς ενός εμίρη ή ενός αρχηγού που εκμεταλλεύεται την άγνοιά τους και το γεγονός ότι δεν έχουν στον ήλιο μοίρα και άρα δεν έχουν να χάσουν τίποτα; Πολιτικό, κοινωνικό, θρησκευτικό ή κάτι άλλο πιο σύνθετο το κίνητρο που τους κινητοποιεί ώστε να μην νοιάζονται για τον χαμό τους; Είναι ερωτήματα δίχως απάντηση, ίσως μισή απάντηση και μισή αμφιβολία. Είναι θέματα που το βιβλίο αυτό εγείρει, με άμεσο και ευθύ τρόπο, με ωμότητα και σκληρότητα γιατί ο κόσμος τους είναι τέτοιος. Ο συγγραφέας με σοβαρότητα και ακεραιότητα και με όρους ρεπόρτερ μας μεταφέρει σε αυτή την γωνιά του πλανήτη και μας εντάσσει στην καθημερινότητα αυτών των αγοριών που είναι έτοιμοι για το απονενοημένο βήμα, ένα μετέωρο βήμα που κουβαλάει αίμα, οδύνη και εκδίκηση, η απόφαση είναι ήδη ειλημμένη, το μόνο που μένει ο ιδρώτας να γίνει έναυσμα για πυρ και όλα τελειώνουν. «Βρισκόμαστε έξω από τον κόσμο, μέσα σε ένα κουκούλι, ακούγοντας τη σοφία του δασκάλου και τους χτύπους από τις γαληνεμένες μας καρδιές. Η απόφαση πάντως είχε παρθεί και ήμαστε χαρούμενοι». Είναι σαφές όμως πως η θυσία τους δεν έχει στόχο σαφή, εκδικούνται τα πάντα και τους πάντες γιατί δεν αγαπούν παρά μόνο τους ομοϊδεάτες τους, μισούν κάθε τι διαφορετικό που τους επαναφέρει στην μνήμη την φτώχεια τους, τα αγαθά που ποτέ δεν κατόρθωσαν να αποκτήσουν, την οικογένεια που ποτέ δεν μπόρεσαν να έχουν.

Μέσα από μία αποκαλυπτική κατάθεση αληθοφανών περιπτώσεων και αφηγήσεων που κανείς δυσκολεύεται να θεωρήσει πως μπορεί να αρθρώσει ανθρώπινο στόμα, ο συγγραφέας καταφέρνει να μας αφήσει μία γεύση πικρίας, θυμού ενδεχομένως, στενοχώριας σίγουρα, θλίψης βεβαιότατα, αγωνίας για το αύριο. Γιατί το μέλλον με τέτοια αρρωστημένα μυαλά, τέτοια πολιτική και θρησκευτική ανισότητα θα βουλιάζει όλο και περισσότερο στην αβεβαιότητα και το χάσμα όλο και θα μεγαλώνει. Βραβευμένο επάξια το 2010 με το βραβείο του Καλύτερου αραβικού μυθιστορήματος, ο αναγνώστης εισέρχεται σιγά σιγά στον κόσμο μίας μικρής κοινωνίας του Μαρόκου, στην πόλη του Σιντί Μουμέν από όπου θα ξεκινήσει η μικρή αυτή ομάδα για να επιτελέσει το «καθήκον» της και να νιώσει περήφανη έτσι η τοπική κοινωνία από την οποία προέρχεται. Όλα γίνονται υπό πλήρη μυστικότητα σαν αυτή η επιχείρηση να είναι η υπέρτατη θρησκεία, μία αποστολή που οφείλουν να φέρουν εις πέρας για την αναγνώρισή τους μετά θάνατον. Ο θάνατος είναι απλώς ένα στάδιο πριν την αυτοπραγμάτωση, την αυτοολοκλήρωση, την αναγωγή τους σε προσωπικότητες που αντιστάθηκαν στον εχθρό. Είναι εκπληκτικό μέσα από την ιστορία πόσο άφοβα και αδίστακτα κινούνται, λίγο ξαποσταίνουν και ευθύς αμέσως επικαλούνται όλα αυτά που ενσυνείδητα έχουν διδαχτεί και δεν απαρνούνται επ’ουδενί. Έχουμε την εντύπωση με την ένταση του λόγου τους και της πίστης τους πως αδημονούν να αφιερωθούν σαν Ιφιγένειες σε ένα σκοπό απώτερο με κάθε τίμημα και όποτε αυτό καταστεί απαραίτητο, δεν λογαριάζουν τις συνέπειες και είναι έτοιμοι, πανέτοιμοι. «Διαθέταμε όπλα που οι άπιστοι δεν είχαν: τη σάρκα μας και το αίμα μας. Θα την προσφέραμε στον Θεό γιατί μας τη ζητούσε. Οι προσφορές μας θα αποζημιωθούν. Οι ουράνιοι δρόμοι ήταν ορθάνοιχτοι και μας περίμεναν. Οι άπιστοι θα έτρεμαν μέσα στα ρυπαρά χοιροστάσιά τους, μέσα στην έκλυτη και αχρεία ζωή τους, μέσα στη διαφθορά που προσπαθούν με κάθε τρόπο να μεταδώσουν στα παιδιά μας». Αυτή είναι μία πρώτης τάξεως απόδειξη πως «η Τζιχάντ ήταν η μόνη μας σωτηρία», όπως αναφέρει ένας από αυτούς. Και συνεχίζει με χαρακτηριστική πίστη στον στόχο: «Ο Θεός μας το ζητούσε. Ήταν γραμμένο με ανεξίτηλα γράμματα στο βιβλίο των βιβλίων». Το Κοράνι όπως κανείς καταλαβαίνει είναι αυτό το βιβλίο και βέβαια είναι απορίας άξιον αν αυτός ο ιερός πόλεμος θα έχει ημερομηνία λήξης και πότε θα είναι αυτή και με τι απολογισμό θυμάτων. Ελπίδα όλων να είναι σύντομα γιατί αθώα θύματα «πληρώνουν» μέχρι τώρα τον λογαριασμό της τρέλας αυτής!

«Όταν οι ζωντανοί με σκέφτονται, μου ανοίγουν έναν φεγγίτη στον κόσμο τους. Τότε γλιστράω μαλακά, χωρίς θόρυβο. Φροντίζω να μην τους τρομάξω, γιατί αλλιώς επιστρέφουν και αντιστέκονται στα επίφοβα τοιχώματα της λησμονιάς, αφήνοντας με μόνο να καταλύω στο καθαρτήριο μαζί με τη θανατηφόρα πλήξη μου. Γι’αυτό καταπνίγω όσο μπορώ τον πειρασμό να παρεμβαίνω στις εγκόσμιες υποθέσεις».

«Ψεύτικα γέλια ξεπετιόνταν κατά τόπους και προσγειώνονταν αργά, χαϊδεύοντας τ’αυτιά μου, κάνοντάς με να λησμονώ πως σε λίγο θα πεθάνω. Έτσι, είχα μπει στον προθάλαμο αυτού του άλλου κόσμου που μου άνοιγε την αγκαλιά του ψιθυρίζοντας μου τόσες υποσχέσεις».

Το βιβλίο του Mahi Binebine, Τα αστέρια του Σίντι Μουμέν, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα.