Η Feelgood παρουσιάζει στους κινηματογράφους από τις 21 Απριλίου 2016 την ταινία Τα 13 λεπτά που δεν άλλαξαν την ιστορία, του Oliver Hirschbiegel.

«Τα 13 λεπτά που δεν άλλαξαν την ιστορία» (Elser) διηγούνται την καθηλωτική αληθινή ιστορία του ανθρώπου που αναγνώρισε νωρίτερα από τους υπόλοιπους τον κίνδυνο που προμηνυόταν εξαιτίας του Χίτλερ, και ανέλαβε δράση όταν όλοι οι άλλοι, συμπεριλαμβανομένων των Γερμανών αξιωματούχων, εκτελούσαν πειθήνια διαταγές ή αποσιωπούσαν την κατάσταση. Η νέα ταινία του Oliver Hirschbiegel (Η Πτώση), που έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο  Φεστιβάλ Βερολίνου, είναι ένα συγκλονιστικό δράμα για τη χαμένη ευκαιρία να αλλάξει η μοίρα εκατομμυρίων ανθρώπων.

Σύνοψη

Ο Georg Elser θα μπορούσε να έχει αλλάξει τον κόσμο και να σώσει εκατομμύρια ζωές. Φτάνει να είχε στη διάθεση του 13 παραπάνω λεπτά. Μέσα σε αυτά τα 13 λεπτά η βόμβα που συναρμολόγησε ο ίδιος θα σκότωνε τον Αδόλφο Χίτλερ και τα πρωτοπαλίκαρα του. Αλλά αυτό δεν ήταν γραφτό να συμβεί καθώς στις 8 Νοεμβρίου του 1939 ο Χίτλερ έφυγε από το σημείο, όπου είχε σχεδιαστεί η δολοφονία του, νωρίτερα από το αναμενόμενο, οδηγώντας τον Elser στην απόλυτη καταστροφή. Τι ήταν αυτό που είδε και το οποίο οι Γερμανοί δεν είδαν ή δεν ήθελαν να δουν; Ποιος ήταν αυτός ο άντρας που είπε ευθαρσώς στους βασανιστές του ότι θέλησε να αποτρέψει την αιματοχυσία του παγκόσμιου πολέμου που ακολούθησε;

Διάρκεια: 114’

Παγκόσμια πρεμιέρα, 35ο Φεστιβάλ Βερολίνου 2015

Μια συζήτηση με τους σεναριογράφους  Léonie-Claire & Fred Breinersdorfer και τους παραγωγούς Boris Ausserer και Oliver Schündler

Το ξεκίνημα

Όλα άρχισαν πριν από δέκα χρόνια. Ο παραγωγός Boris Ausserer είδε το Der Attentäter, το docudrama τoυ Rainer Erler για τον Georg Elser του 1969. «Το βρήκα πολύ εντυπωσιακό και καθώς είμαι μισός Γάλλος μου έκανε εντύπωση πόσο ελάχιστα γνωστός είναι ο Elser» σχολιάζει ο παραγωγός. «Στη Γαλλία ένας τέτοιος άνθρωπος δεν θα είχε μείνει άγνωστος, αλλά θα τον είχαν τιμήσει αναλόγως!». Ο Ausserer αναγνώρισε στο θέμα της ταινίας μια σπουδαία ταινία και το 2008 πρότεινε το θέμα στους σεναριογράφους, Léonie-Claire και Fred Breinersdorfer.

Οι σεναριογράφοι ανταποκρίθηκαν. «Η αντίσταση κατά των Ναζί με ενδιέφερε από πάντα» εξηγεί ο Fred Breinersdorfer. «Οι γονείς μου έχασαν δυστυχώς τη ζωή τους από τους Εθνικοσοσιαλιστές. Γι’ αυτό βρίσκω τον Georg Elser συναρπαστικό: Τι είδε αυτός ο μάστορας από την επαρχία, που οι γονείς μου δεν είδαν ή για την ακρίβεια δεν ήθελαν να δουν;» Η συνσεναριογράφος, η κόρη του Léonie-Claire, προσθέτει: «Για τη δική μου γενιά είναι ακόμα πιο ακατανόητο, πώς οι Ναζί μπόρεσαν να είναι τόσο ανεξέλεγκτοι. Γιατί οι Γερμανοί έστρεψαν το βλέμμα αλλού και μάλιστα συμμετείχαν;».

Αναζητώντας τα ίχνη

Η ομάδα οδηγήθηκε στην αρχή στο σπίτι του Elser στο Swabia Jura, όπου βρήκε μεγάλη υποστήριξη από τον Joachim Ziller, τον διευθυντή του Μνημείου Georg-Elser. Ο σεναριογράφος περιγράφει την πρώτη επαφή: «Ήταν ενθουσιασμένος με το project μας, γιατί νόμιζε ότι είχε έρθει η ώρα να γίνει μια ρεαλιστική και ιστορικά σωστή ταινία για τον Elser. Είχαμε πολλές συζητήσεις. Μας έδωσε υλικό και μας έφερε σε επαφή με μαρτυρίες της εποχής». Αυτό έκανε σαφές πολύ σύντομα ότι πολλοί δεν ήταν πρόθυμοι να συζητήσουν το θέμα. «Με συγκίνησε πολύ η δήλωση μιας ογδοντάχρονης συγγενή του Elser που μια ζωή την προσέβαλαν και είχε φτάσει στο σημείο να ντρέπεται. Αλλά τώρα, είχε πια βαρεθεί και μπορούσε να πει ότι ήταν περήφανη! Χάρη στην ταινία μας, ξανασκέφτηκε την ιστορία και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Georg Elser ήταν ένας καταπληκτικός τύπος τελικά».

Η έρευνα έδωσε στους σεναριογράφους μια εντελώς καινούρια οπτική στην προσωπικότητα του παρ΄ολίγο δολοφόνου του Χίτλερ. «Έχουμε φωτογραφίες της Γκεστάπο από τη φυλάκιση του, όπου φαίνονται τα σημάδια των βασανιστηρίων. Μια θλιβερή εικόνα. Από τους συγγενείς όμως έχουμε μια τελείως διαφορετική εικονογραφία» λέει ο Fred Breinersdorfer. «Τον έχουν περιγράψει ως περιθωριακό μάστορα, κάποιον που είναι αντιδραστικός και πικρόχολος με τα πάντα και τελικά φτιάχνει μια βόμβα. Αλλά ο Elser ήταν ένας μουσικός, ένας γυναικάς, που του άρεσε η ζωή και η ελευθερία, που μετατράπηκε σε αντιστασιακό εξαιτίας της εξάπλωσης του ναζισμού. Αργότερα, όταν ετοιμαζόταν να επιτεθεί, απομονώθηκε, για να προστατέψει την οικογένεια του, την ερωμένη και τους φίλους του. Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, χρησιμοποίησε την ίδια τακτική με την Γκεστάπο, αρνούμενος οποιαδήποτε επαφή ακόμα και με τις πιο μακρινές του γνωριμίες, για να μη βάλει κανέναν σε κίνδυνο. Είναι ανησυχητικό που αυτή η στρεβλή εικόνα έγινε αδιαμαρτύρητα αποδεκτή μετά τον πόλεμο».

Ο Elser και η Elsa

Μια έκφραση της αγάπης του για την ελευθερία είναι η τόλμη, το πάθος και η συνέπεια που επιδείκνυε ο Georg Elser στη σχέση του με την ερωμένη του Elsa, μια παντρεμένη γυναίκα. Για κάποιο διάστημα μάλιστα έμενε στο ίδιο σπίτι με το παντρεμένο ζευγάρι. «Στα αρχεία της ανάκρισης, ο Elser απέφυγε το θέμα με επιδεξιότητα» εξηγεί ο σεναριογράφος. «Την αποκαλούσε συνεχώς σπιτονοικοκυρά του, κάποια με την οποία δεν είχε καμία σχέση».

Κατά τη διάρκεια της έρευνας προέκυψε η υποψία ότι η Elsa μπορεί να είχε γεννήσει δύο παιδιά από τον εραστή της. «Η κόρη της Elsa μου είπε ότι είχε δύο μικρότερα αδέλφια» λέει η Léonie-Claire Breinersdorfer. «Το μικρότερο πέθανε ένα χρόνο μετά τη γέννηση του και ήταν σίγουρα του Elser. Αλλά όλη η οικογένεια είχε δεδομένο ότι ο Elser ήταν ο πατέρας και του μεγαλύτερου από τα δύο, που επίσης πέθανε σε μικρή ηλικία». Η συνάντηση με την κόρη της Elsa ενέπνευσε τον σεναριογράφο: «Στην αρχή δεν ήθελε να μιλήσει με κανέναν, αλλά αφού της έγραψα ένα γράμμα, με κάλεσε στο σπίτι της. Ήταν μια καταπληκτική επίσκεψη. Μιλούσαμε για έξι ώρες και μου είπε πολλά πράγματα που έριξαν διαφορετικό φως στην Elsa. Και μετά από αυτό ξαναγράψαμε τον ρόλο της Elsa από την αρχή».

Για τον παραγωγό  Boris Ausserer, η ερωτική ιστορία ανάμεσα στην Elsa και τον Elser είναι ένα δώρο: «Συχνά, μια αχρείαστη ερωτική ιστορία μπαίνει με το ζόρι σε μία ταινία, παρ’ όλο που δεν συνέβη ποτέ. Αλλά εδώ, όχι μόνο είναι αλήθεια, αλλά ξεκαθαρίζει πράγματα για τον χαρακτήρα του Elser. Ότι τόλμησε να έχει μια σχέση κάτω από την ίδια στέγη με τον σύζυγο, δείχνει την ορμή του για ελευθερία, αλλά και την εσωτερική του ανεξαρτησία». Ο παραγωγός προσθέτει: «Και ότι ο Georg Elser άφησε την Elsa, κατά πάσα πιθανότητα χωρίς να της πει κάτι για τα σχέδια του, για να μην τη θέσει σε κίνδυνο, αυτό δείχνει για ακόμα μια φορά ότι η εσωτερική σύγκρουση πρέπει να του έδωσε ώθηση».

Το περιβάλλον του Elser

Σύμβουλος της ομάδας της ταινίας ήταν ο ιστορικός και πολιτικός επιστήμονας Peter Steinbach, που είναι ο επιστημονικός υπεύθυνος για το Μνημείο της Γερμανικής Αντίστασης στο Βερολίνο. Οι συγγραφείς ευνοήθηκαν από τη συνεργασία μαζί του και η σεναριογράφος εξηγεί πώς: «Όχι μόνο μάθαμε πολλά για τον Elser, αλλά και για την καθημερινότητα ενός μάστορα στην επαρχία τη δεκαετία του ’30, ένα σκηνικό που σπάνια βλέπουμε σε ταινίες σήμερα. Είχαν ελάχιστο φαγητό, τα παιδιά πέθαιναν από υποσιτισμό».

Ο Elser και η μετάσταση του Εθνικοσοσιαλισμού

Μια από τις μεγαλύτερες έγνοιες των δύο σεναριογράφων ήταν να δείξουν πώς ο φασισμός απλώθηκε στο χωριό και ακόμα παραπέρα. «Βασικά, βλέπουμε πώς το ναζιστικό σύστημα μπαίνει σιγά σιγά στον κόσμο του χωριού και κάνει μετάσταση εκεί και αλλάζει τους ανθρώπους. Απ’ όσο ξέρω, αυτό δεν τον έχουν ξαναδείξει στη μεγάλη οθόνη. Είναι ορατό στην ταινία μας σε πολλές μικρές λεπτομέρειες. Για παράδειγμα το ορόσημο της πόλης Königsbronn, που ξαφνικά φέρει το σύνθημα «Δεν θέλουμε τους Εβραίους», ή ο χαρακτήρας του Finkbeiner, που στην αρχή τσακωνόταν και έπαιρνε το μέρος των κομμουνιστών και μετά από μερικά χρόνια εμφανίζεται με τη στολή των Ναζί. Βλέπεις πώς τα παιδιά προσβάλλουν τους πιστούς χριστιανούς και κανείς δεν παρεμβαίνει. Αυτούς που κοιτάνε επίμονα στην αγορά, όπου μια γυναίκα γίνεται θέματα εξαιτίας του Εβραίου αγοριού της. Οι αλλαγές στο χωριό, όχι μόνο μέσα από τις σημαίες, αλλά και μέσα από τις αφίσες του ναζιστικού κιτς στα μαγαζιά. Στο αγροτικό φεστιβάλ, που γίνεται πάρτι» εξηγεί ο σεναριογράφος. Η κόρη του τονίζει: «Δείχνουμε επίσης πώς οι άνθρωποι απλώς παίρνουν αυτές τις άρρωστες αλλαγές ως δεδομένες. Ακόμα κι όταν ένας γνωστός που ποτέ δεν έκανε κάτι κακό συλλαμβάνεται ως κομμουνιστής και τον στέλνουν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, το περιστατικό αγνοείται με τη λογική ότι κανείς δεν φταίει και ότι όλοι οι υπόλοιποι είναι σωστοί. Μια συλλογική χρεωκοπία του ηθικού σθένους».

Μόνο αυτός που δεν συλλαμβάνεται και απλώς τον ανέχονται, σύμφωνα με τον σεναριογράφο, δεν κλείνει τα μάτια, κινείται στο περιθώριο και καταλήγει να γίνει δολοφόνος: ο Georg Elser, ένα ριζοσπαστικό ελεύθερο πνεύμα. «Δεν πηγαίνει με τους πολλούς, αλλά κρατάει τη δική του στάση» τονίζει ο Boris Ausserer. Η κόρη του σεναριογράφου τονίζει ότι ο Elser είναι ένα πρότυπο, ειδικά για τους νέους. «Ο Elser δεν ήταν άγιος, η ζωή του ήταν γεμάτη σκοτεινά σημεία. Ήταν κάποιος σαν εμάς. Αποδεικνύει ότι ακόμα και κάποιος που δεν είναι μορφωμένος μπορεί να βγάλει τα σωστά συμπεράσματα από την τρέχουσα πολιτική κατάσταση και να κάνει τη διαφορά». Ο πατέρας της συμπληρώνει: «Η σχολαστικότητα που επιδείκνυε στη δουλειά του τον οδήγησε να παρακολουθεί τα πράγματα από κοντά και να τα αναλύει. Δεν είχε προσωπικό συμφέρον. Η πράξη του ήταν μόνο για να εμποδίσει μια ακόμα μεγαλύτερη αιματοχυσία. Ήθελε να εξολοθρεύσει την αρχηγεία των Ναζί».

Οι ανταγωνιστές του Elser

Δύο άντρες ήταν οι κύριοι υπεύθυνοι των ανακρίσεων μετά τη σύλληψη του Elser τον Νοέμβριο του 1939: ο Arthur Nebe, αρχηγός της αστυνομίας και άθλιος καιροσκόπος και ο Heinrich Muller, αρχηγός της Γκεστάπο, διαβόητος για την κτηνωδία του. Η περιγραφή αυτών των δύο είχε προβληματίσει τον σεναριογράφο. «Και οι δύο είχαν αναμειχθεί στον συστηματικό σχεδιασμό σχεδόν όλων των εγκλημάτων του ναζιστικού καθεστώτος. Το κοινό πρέπει να καταλάβει ότι ο Elser δεν είχε να κάνει απλώς με αστυνομικούς, ή με κοινούς βασανιστές, αλλά με μαζικούς δολοφόνους. Συζητήσαμε πολλές παραλλαγές για να αποδοθεί αυτό σωστά, αλλά και με ανεκτό τρόπο. Τελικά, αποφασίσαμε να τους δείξουμε από την αρχή της ταινίας να συζητάνε με απάθεια το θέμα της ευθανασίας και μάλιστα με γραφειοκρατικούς όρους».

Ο σκηνοθέτης

Οι παραγωγοί είναι ιδιαίτερα χαρούμενοι που ο Oliver Hirschbiegel ήταν ο σκηνοθέτης της ταινίας, όπως φυσικά και ο σεναριογράφος. «Εκτός από την τεράστια γνώση για το παρασκήνιο του ναζισμού, που έχει αποκομίσει από την έρευνα για το Downfall, διαθέτει φοβερή σκηνοθετική επιδεξιότητα και καταπληκτική ικανότητα να χειρίζεται το συνεργείο και τους ηθοποιούς. Δεν μου έχει ξανατύχει σκηνοθέτης να έχει την ταινία τόσο πολύ στο μυαλό του κατά τη διάρκεια του γυρίσματος, όσο ο Oliver».

Συνέντευξη με τον σκηνοθέτη Oliver Hirschbiegel

 

Η ταινία αυτή είναι η πρώτη σας γερμανική σε δέκα χρόνια. Τι σας ενθουσίασε τόσο που σας έκανε να επιστρέψετε στην πατρίδα σας;

Το σενάριο και ο πρωταγωνιστής με έχουν συναρπάσει. Έχω ξαναπεί ότι αν ένα γερμανικό θέμα εμφανιστεί και μου αρέσει, θα το κάνω σίγουρα. Έτσι έγινε. Στην αρχή, διάβασα το σενάριο από περιέργεια, γιατί ήξερα την ιστορία του Elser, αλλά δεν μπορούσε να φανταστώ πώς μπορεί να ειπωθεί συναρπαστικά. Όταν το διάβασα, τα γεγονότα με ρούφηξαν. Δεν μπορούσα να το αφήσω από τα χέρια μου και οι ανατροπές που έχει στο τέλος με είχαν συνεπάρει.

 

Ξέρατε ήδη την ιστορία του Elser;

Ναι, από τα εφηβικά μου χρόνια. Το Τρίτο Ράιχ με έχει απασχολήσει από πολύ νωρίς. Όλες οι ερωτήσεις που δεν βρήκαν απάντηση στα νιάτα μου δεν με έχουν αφήσει ήσυχο μέχρι σήμερα: Πώς ήταν δυνατόν; Γιατί κανείς δεν έκανε κάτι για να το σταματήσει; Γιατί δεν υπήρχε σοβαρό κίνημα αντίστασης; Στην απόπειρα να βρω όσα περισσότερα μπορούσα για τον ναζισμό, συνάντησα την περίπτωση του Elser στα σχολικά μου χρόνια. Τον βρήκα πολύ ενδιαφέρων, παρ’ όλο που τότε ξέραμε πολύ λίγα για αυτόν. Παλιά, του είχαν βάλει την ταμπέλα του τύπου που είχε εμμονή με τη δολοφονία του Χίτλερ. Δεκαετίες μετά, κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας για το Downfall έπεσα πάνω στον Elser ξανά και σκέφτηκα για μια ακόμα φορά ότι η ιστορία είναι καθηλωτική!

 

Τι σας έχει συνεπάρει πιο πολύ σε σχέση με τον ήρωα;

Η διορατικότητα του. Ο Elser δεν ήταν πολιτικοποιημένος, αλλά απλώς ένα ελεύθερο πνεύμα που πιστεύει στην ατομικότητα και στην ελεύθερη βούληση. Κάποιος που είναι περίεργος για τον κόσμο και θέλει να αποδράσει από τους περιορισμούς της αγροτικής ζωής. Σήμερα, μπορεί και να τον αποκαλούσαμε χίπι. Αισθανόταν μια περιρρέουσα καταστροφική ενέργεια, ένα σύστημα που έλεγχε τα πάντα, που υποστήριζε τη βία και την καταπίεση κάθε ατομικότητας και δημιουργικότητας. Αυτό ήταν τελείως κόντρα στον χαρακτήρα του. Και αισθάνθηκε μια έντονη εσωτερική παρόρμηση να αντισταθεί στο σύστημα.

 

Απίστευτο για κάποιον που ζούσε στην επαρχία.

Λοιπόν, μια ανοιχτή καρδιά και η ικανότητα να προβλέπεις δεν περιορίζονται σε συγκεκριμένα μορφωτικά επίπεδα ή αστικά περιβάλλοντα. Ο Elser απλώς νιώθει την ανάγκη να κάνει κάτι. Ξέρει ότι αυτό θα λειτουργήσει μόνο αν καταφέρει να βγάλει από τη μέση τον Χίτλερ. Ως εφευρετικός μάστορας αρχίζει να σκέφτεται πώς θα το καταφέρει αυτό. Ότι ένας άνθρωπος σαν αυτόν βρήκε την ενέργεια να πραγματοποιήσει κάτι τέτοιο, είναι πραγματικά απίστευτο. Ο Elser μόνο τρομοκράτης δεν είναι. Νομίζω ότι δεν περνούσε μέρα που να μη σκέφτεται τους ανθρώπους που θα πέθαιναν αν το σχέδιο του δεν πήγαινε καλά. Ήταν πολύ σκληρό αυτό για εκείνον.

 

Γιατί τον είχαν αγνοήσει συστηματικά εδώ και δεκαετίες;

Από τη μία, υπήρχαν πολλές θεωρίες συνωμοσίας. Πρώτον λέγανε ότι ήταν πρωτοπαλίκαρο των μυστικών υπηρεσιών του εχθρού και άρα προδότης της χώρας του. Δεύτερον, λέγανε ότι τον είχαν προσλάβει οι Ναζί για να κάνει την απόπειρα δολοφονίας, έτσι ώστε ο Χίτλερ να μπορεί να αποθεωθεί ως αθάνατος. Επιπλέον, η σκέψη ότι ένας ταπεινός μάστορας από την επαρχία είναι ο μόνος που κατάλαβε τι συνέβαινε στη Γερμανία και το πολέμησε, είναι ντροπιαστικό. Ως εκ τούτου, λειτουργεί αμέσως το αντανακλαστικό του να μπει η ιστορία κάτω από το χαλί. Καιρός λοιπόν να τη δείξουμε στη μεγάλη οθόνη!

 

Είχατε καθόλου αμφιβολίες, δεδομένου ότι υπάρχουν ακόμα δύο ταινίες για τον Elser;

Όχι. Στην τηλεταινία του 1960, ο Elser παρουσιάζεται ως αφελής περιθωριακός. Η ταινία του Brandauer παρακολουθεί ένα κλασικό ρολόι που μετράει αντίστροφα σε χολιγουντιανό στυλ. Ό,τι ακριβώς απέφυγε το σενάριο των Breinersdorfers, και αυτό μου άρεσε πολύ. Ότι υπάρχει αγωνία μέσω της ψυχολογίας, της κατάστασης στην οποία έχει βρεθεί ένας ολόκληρος λαός. Με έναν τρόπο, αυτή η ταινία διηγείται το παρασκήνιο του Downfall. Ενώ εκεί επικεντρώθηκα στις τελευταίες εβδομάδες του Τρίτου Ράιχ, εδώ μιλάω για τη δεκαετία του 1930, όταν ο Εθνικοσοσιαλισμός άρχισε να επεκτείνει το κίνημα του.

 

Πώς αποδώσατε αυτή τη συνειδητοποίηση;

Ήθελα να χτίσω το αίσθημα της μόνιμης δυσανασχέτησης. Αυτό το συναίσθημα το συνάντησα ξανά και ξανά, όταν ασχολήθηκα με το ναζιστικό καθεστώς. Και ο Jean Genet το έχει περιγράψει έτσι, όταν διέσχισε τη Γερμανία ως λιποτάκτης, ζητιάνος και κλέφτης το 1937. Για εκείνον ήταν σαν όλη η χώρα να ήταν κλεισμένη σε μία γυάλα. Αυτό προσπαθώ να δείξω, χωρίς να καταδικάζω τους ανθρώπους. Η πρόθεση μου ήταν να δείξω την αυθεντική ζωή στην επαρχία της Γερμανίας εκείνες τις μέρες. Μια παραδοσιακή επαρχιακή κοινότητα, που σταδιακά εμποτίστηκε από τον ναζισμό.

 

Αυτό φαίνεται στην αγροτική γιορτή για παράδειγμα.

Ακριβώς. Το βλέπεις και λες στην αρχή ότι είναι φιλόξενα και διασκεδαστικά και θα ήθελες να είσαι εκεί. Αλλά σε κάποια φάση αρχίζεις να προσέχεις τις σβάστικες και καταλαβαίνεις ότι υπάρχουν ναζιστές και ξαφνικά το ευχάριστο συναίσθημα σου κάθεται στο λαιμό.

 

Πώς γυρίσατε τη σκηνή με την ομιλία του Χίτλερ στο Bürgerbräukeller;

Κατασκευάσαμε ξανά το εσωτερικό του Bürgerbräukeller μέσα σε μια αποθήκη φρούτων. Για την ακρίβεια φτιάξαμε το ένα τρίτο και χρειάστηκε να βάλω καθρέφτη στον πίσω τοίχο, για να έχω τις σωστές απέναντι λήψεις. Είχαμε περίπου 100 κομπάρσους που χάρη στην ψηφιακή τεχνολογία τους κάναμε να φαίνονται χίλιοι.

 

Πώς προσεγγίσατε τις σκηνές της ανάκρισης;

Για να δημιουργήσω μια ατμόσφαιρα απόγνωσης, δεν κούνησα την κάμερα καθόλου κατά τη διάρκεια των ανακρίσεων. Φυσικά, είχα και φοβερούς ηθοποιούς μπροστά μου. Αν ή κάμερα δεν κουνιέται, η σκηνοθεσία πρέπει να είναι δυνατή. Δεν υπάρχει περιθώριο να κλέψεις.

 

Πώς δουλέψατε με τους Burghart Klaussner (Nebe) και Johann von Bülow (Heinrich Müller);

Τον Heinrich Müller ήθελα να τον δείξω ως εντελώς αυστηρό, πρακτικό στρατιώτη, που επιδιώκει τον στόχο του να αποκαλύψει τον Elser. Φυσικά, αυτό σημαίνει ότι ο ηθοποιός έχει πολλούς περιορισμούς, αλλά ο Johann έλυσε το πρόβλημα πολύ έξυπνα. Με τον Burghart, το ακριβώς αντίθετο είχε σημασία. Έπρεπε να αναδείξει όσες περισσότερες πτυχές γινόταν με την ερμηνεία του ως αρχηγός της αστυνομίας. Και ο Nebe ήταν καιροσκόπος και πραγματιστής, αλλά πολύ πιο ευέλικτος και σύνθετος. Τα αρχεία των ανακρίσεων δείχνουν ότι ο Nebe ήταν εντυπωσιασμένος από τον Elser, με έναν τρόπο. Οπότε πίεσα τον Burghart να ρίξει φως σε όλους τις πτυχές του χαρακτήρα, το οποίο και έκανε.

 

Πώς περιγράφετε τη συνεργασία σας με την Katharina Schüttler;

Ήμασταν στο ίδιο μήκος κύματος. Το φοβερό με την Katharina είναι ότι δεν ξέρεις τι σε περιμένει. Ούτε και η ίδια ξέρει. Είναι πάντα εντός του ρόλου, αλλά προσθέτει και κάτι καινούριο, οπότε κάθε λήψη είναι κάπως διαφορετική. Επίσης, δεν ντρέπεται για τίποτα. Ό,τι και να της ζητήσεις, πέφτει με τα μούτρα και το κάνει με θάρρος, με αυθορμητισμό, σαν άλογο κούρσας. Καταπληκτική!

 

Πώς ήταν η συνεργασία με τον Christian Friedel;

Από τη Λευκή Κορδέλα ήδη ξέρουμε ότι είναι φανταστικός ηθοποιός. Κανείς δεν έχει υποδυθεί τον Georg Elser όπως αυτός. Την πρώτη μέρα του γυρίσματος όλα πήγαιναν καλά. Ήμασταν σαν δύο αδέρφια που κάνουμε κουπί στο ίδιο καράβι. Ανταλλάσσαμε ματιές και κατευθείαν όλα γίνονται σωστά. Η τέλεια συμβίωση. Τελικά, στον Christian έδωσα μόνο μερικά σημεία κλειδιά σχετικά με τον ρόλο, αυτός τα κατάλαβε και τα εφάρμοσε.

 

Όπως;

Για παράδειγμα, ότι ήταν ένας stenz, δηλαδή ο τύπος των χαλαρών γυναικών. Ο Elser ήταν ο τύπος που ήξερε τις γυναίκες σαν κι αυτόν. Τις ξετρέλαινε, ένας ευαίσθητος μουσικός που ήταν πολύ διαφορετικούς από τους άλλους. Οι γυναίκες θεωρούν τους απρόσιτους άντρες πιο ενδιαφέροντες. Αλλά ο Elser πραγματικά αγαπούσε τις γυναίκες, απολάμβανε να ζει μαζί τους και είμαι πεπεισμένος ότι ήταν μεγάλος εραστής. Μια άλλη φράση κλειδί ήταν pop star. Ως μουσικός, ο Elser ήταν πάντα στο επίκεντρο. Ένας ιδιαίτερος τύπος που τον προσέχουν όχι μόνο για την προσεκτική δουλειά του αλλά και γιατί είναι ασκητικός.

 

Τι μπορούμε να μάθουμε για τον Georg Elser σήμερα;

Το ηθικό σθένος. Όταν φτάνεις σε ένα σημείο που λες ότι δεν μπορείς να συμφιλιώσεις τη συνείδηση σου με κάτι.

 

Ποια ήταν η καλύτερη εμπειρία των γυρισμάτων;

Οι δύο μέρες που γυρίζαμε στη λίμνη Constance ήταν ιδιαίτερα ωραίες. Εκεί μιλάμε για το πνεύμα μια καινούριας αρχής στις αρχές του 1930, όταν πολλά υπέροχα πράγματα εμφανίζονται, τα οποία μετά καταπιέστηκαν στη Γερμανία. Η τζαζ, η έννοια του ελεύθερου έρωτα, οι φυσιογνώστες. Βασικά, είχαμε κακό καιρό σε όλο το γύρισμα, βλέπαμε σύννεφα συνέχεια, βροχή, αστραπές, και μόνο εκείνες τις δύο μέρες είχαμε ήλιο. Για μας, ήταν σαν γιορτή χίπιδων, νιώθαμε σαν να πήραμε βοήθεια από τον ουρανό. Φυσικά, δεν ήταν μόνο αυτές οι δύο μέρες καλές.

 

Γιατί;

Γιατί κάθε μέρα της ταινίας ήταν μια φοβερή εμπειρία. Πήγαινα στη δουλειά κάθε μέρα με περιέργεια, ανοιχτή καρδιά και αίσθημα μεγάλης χαράς. Ήταν εκπληκτικό. Και αυτό δεν έφυγε με το γύρισμα. Έκανα μοντάζ σε χρόνο ρεκόρ.

 

Τι θα εισπράξει το κοινό από την ταινία;

Την εμπειρία μιας συναρπαστικής προσωπικότητας που κάνει υπέρβαση. Παράλληλα, βλέπεις ένα σύστημα που καταστρέφει τις παραδόσεις αιώνων. Και πιστεύω, όλα αυτά λέγονται με έναν τρόπο, που το κοινό δεν παρακολουθεί με απάθεια σαν σε μουσείο, αλλά παρασύρεται από την ιστορία.

Συνέντευξη με τον Christian Friedel (Georg Elser)

Ποια ήταν η πρώτη αντίδραση σας όταν διαβάσατε το σενάριο; Πώς αντιδράσατε όταν σας πρότειναν τον πρωταγωνιστικό ρόλο;

Η ιστορία με είχε συνεπάρει από την πρώτη ανάγνωση. Ήταν ένα ενδιαφέρον μείγμα από πραγματικά ιστορικά στοιχεία και επινοημένες ερμηνείες. Στην αρχή, το βρήκα δύσκολο να μπω στο πετσί του πρωταγωνιστή, κάποια πράγματα μου ήταν ξένα. Το casting αρχικά ήταν επικεντρωμένο στις σκηνές της ανάκρισης και το βρήκα συναρπαστικό να συγκεντρωθεί κανείς στην αποτυχία του Elser, στον πόνο του, στον θυμό και στην αποφασιστικότητα. Ένας τέτοιος ρόλος είναι τεράστιο δώρο για τον ηθοποιό. Μου ήταν ξεκάθαρο ότι δεν θα ήμουν ο μόνος ηθοποιός που θα τα έδινε όλα στην οντισιόν και δεν θεώρησα ότι έχω πολλές πιθανότητες. Όταν τελικά με διάλεξαν, έμεινα άφωνος από τη χαρά μου.

Τι σας άρεσε πιο πολύ στην ταινία;

Το μέγεθος του χαρακτήρα και η κινηματογραφική εξέλιξη του Elser ήταν πολύ συναρπαστικά. Τον συναντάς σε νεαρή ηλικία ως ανέμελο γυναικά, μουσικό και γεμάτο αγάπη για τη ζωή. Η δύσκολη σχέση του με τον πατέρα του και η δυνατή θρησκευτική πίστη της μητέρας του είναι ορόσημα για εκείνον. Η σταδιακή έκφραση της σκέψης του να πολεμήσει τους Ναζί μέχρι την εκτέλεση του σχεδίου  του και την ατυχή σύλληψη του, τα βασανιστήρια, η κατάθλιψη και το σβήσιμο της χαράς, αυτά είναι πολύ ενδιαφέροντα χρέη για έναν ηθοποιό.

Πώς προετοιμαστήκατε για τον ρόλο; Πώς βυθιστήκατε στο όλο θέμα;

Εκτός από τις συνηθισμένες προετοιμασίες, όπως η απομνημόνευση του σεναρίου, το ξαναδιάβασμα του σεναρίου, είδα βίντεο με μάρτυρες της εποχής και διάβασα για τον Elser. Μου φάνηκε ενδιαφέρον ότι οι συγγενείς του και οι γνωστοί του δεν είχαν μόνο θετικά πράγματα να πούνε για εκείνον, ενώ μερικοί αποσιωπούσαν την πράξη του. Αυτές οι διαφορετικές απόψεις μιας ιστορικής προσωπικότητας με ενέπνευσαν και σιγά σιγά σχηματίστηκαν εικόνες στο μυαλό μου. Ακόμα και τώρα δεν είμαι ο ηθοποιός που θα έμπαινα σε ένα πλατό και θα ήμουν απόλυτα σίγουρος πώς μιλάει, περπατάει ο ρόλος του. Προσπαθώ εκείνη τη στιγμή και σε σύνδεση με τον σκηνοθέτη να εμπλακώ σ’ αυτό.

Πώς ήταν η συνεργασία με τον σκηνοθέτη;

Είμαι ιδιαίτερα ευγνώμων που δούλεψα με τον Oliver Hirschbiegel. Είναι πολύ ακριβής, απαιτητικός και προσέχει τη λεπτομέρεια. Συχνά γυρνούσαμε σκηνές από διαφορετικές γωνίες και υπήρχε περιθώριο για αυτοσχεδιασμό. Εξάλλου, είναι πολύ καλός αρχηγός ομάδας και ξέρει πώς να λέει συνταρακτικές και έντονες ιστορίες. Οι εμπειρίες του  από την Αμερική και την Αγγλία ήταν πολύ βοηθητικές στο μην γίνει πομπώδες ή βαρύ το θέμα της ταινίας. Αυτό καμιά φορά είναι μια αδυναμία ημών των Γερμανών και με όλη αυτή τη βαρύτητα, τείνουμε να χάνουμε την ελαφρότητα.

Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Oliver Hirschbiegel

Παραγωγοί: Boris Ausserer, Oliver Schündler, Fred Breinersdorfer

Σενάριο: Fred Breinersdorfer, Leonie-Claire Breinersdorfer

Παίζουν: Christian Friedel, Katharina Schuttler, Burghart Klaussner, Johann von Bulow, Felix Eitner, David Zimmerschied, Rudiger Klink, Simon Licht, Cornelia Kondgen, Martin Maria Abram, Michael Kranz, Gerti Drassi, Lissy Pernthaler

Διεύθυνση Φωτογραφίας: Judith Kaufmann, bvk

Μοντάζ: Alexander Dittner

Με την υποστήριξη του Goethe-Institut Athen