Εκεί που δεν υπάρχουν μεγέθη, παρά μόνον μια λεπτή γραμμή που σμίγει ο ουρανός και η θάλασσα. Εκεί πάνω στη λεπτή γραμμή αναδύεται το δικό του εσωτερικό μέγεθος. Από τη Νότα Τσίτουρα.
Το απέραντο μπλέ της θάλασσας στέκει ακίνητο, εκεί μπρός στα μάτια του, ώρες ατελείωτες. Στιγμές στιγμές μόνον αλλάζει αποχρώσεις, ανάλογα με τις θέσεις που έχουν τα σύννεφα και ο ήλιος στο παιχνίδι τους. Την μια γίνεται μια θάλασσα μαβιά, την άλλη παίρνει το κόκκινο της φωτιάς, έτοιμη να τον κάψει και άλλοτε πάλι μοιάζει σαν μέταλλο χυμένο. Μα εκείνος στέκει εκεί, ένας άνθρωπος κυριευμένος από το γκρίζο που ξεχύνεται από μέσα του... Το έχει στην ψυχή του; Το έχει στο κεφάλι του; Δεν ξέρω… Ελεύθερο το αφήνει, όχι από αδυναμία, αλλά από περιέργεια, να δει τι έκταση θα πάρει.
Μόνος, σ’ έναν ορίζοντα που μοιάζει απόκοσμος, με το χρόνο να έχει μείνει ώρες μακριά, σ’ ένα μικρό δωμάτιο κλεισμένος, καθώς, δεν ακολούθησε τα βήματά του, όταν εκείνος έκλεινε κατάμουτρα την πόρτα στο θυμό του και έτρεχε μακριά να του ξεφύγει. Ακίνητος, εδώ στο τέρμα της φυγής του, αφήνει κάθε πόρο του κορμιού του ανοιχτό και αφήνεται σε ένα άδειασμα λυτρωτικό, να πάρει η θάλασσα ό,τι έχει μέσα του. Ξέρει όμως, πως κανένας θυμός, όπως και κάθε άλλο αίσθημα, δεν κλειδώνεται σε κανένα δωμάτιο, μικρό ή μεγάλο. Σαν σκιά σέρνεται ξοπίσω σου, όποιο δρόμο φυγής κι αν πάρεις… και προκαλεί… και περιμένει...
Έτσι άδειος και απαλλαγμένος από κάθε σωματική αίσθηση, αρχίζει την αναμέτρηση μαζί του, σε ένα πεδίο μάχης υπερβατικό. Δεν υπάρχουν κερδισμένοι, παρά μόνον σκέψεις χαμένες… Με βήμα ανάλαφρο, φτάνει πάνω από το εσωτερικό του ρήγμα. Έτοιμος να καταδυθεί και να περιπλανηθεί στα σκοτεινά του βάθη. Ξέρει τι αναζητά και ξέρει πως για να το βρει πρέπει να μείνει μακριά από τη Λήθη.
Το αόρατο έγινε φανερό μέσα στη σιωπή, μετά από μια σειρά με αδιέξοδα που έκρυβαν τις διόδους. Εκείνος με κίνηση αργή και τελετουργική σαν χορευτής, φτάνει στο αίτιο της εσωτερικής του κατάρρευσης και κυρίως πριν προλάβει να γίνει η συνείδηση του δαιδαλώδης.
Γνωρίζοντας πλέον… παίρνει το δρόμο της ανάδυσης. Ατενίζει μπροστά και πιάνει το βλέμμα του ένα χέρι να του γνέφει ή να τον χαιρετά… Δεν ξέρω… Το αναγνωρίζει, είναι κομμάτι του εαυτού του. Είναι εκείνο που του στέλνει τα σινιάλα, αναδεύοντας τα αρχέγονα νερά. Όταν δεν είναι δίπλα του κανείς να τον στηρίξει, τον καλεί να ‘ρθει και να σταθεί εκεί μπρος στο ατέλειωτο μπλε του ορίζοντα. Εκεί που δεν υπάρχουνε μεγέθη, παρά μόνον μια λεπτή γραμμή που σμίγει ο ουρανός και η θάλασσα. Εκεί πάνω στη λεπτή γραμμή αναδύεται το δικό του εσωτερικό μέγεθος.
Info: Η Νότα Τσίτουρα είναι γλύπτρια. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Σέκουλα, δίπλα στο ποταμό Αλφειό. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στο πολιτικό τμήμα της Νομικής και γλυπτική στο εργαστήριο του Γ. Χουλιαρά στην Α.Σ.Κ.Τ. Αθηνών. Ζει και εργάζεται πάνω στην θεραπεία με τα χρώματα και τις μορφές.
Αναδημοσίευση από το περιοδικό Momento