Από τις εκδόσεις Μίνωας κυκλοφορεί το βιβλίο Περί βλακείας του Ρόμπερτ Μούζιλ σε μετάφραση Αλεξάνδρας Ιωαννίδου.

Η ουσία της βλακείας δεν άλλαξε από τον καιρό του Μούζιλ, αλλά αυξήθηκε δραματικά η διασπορά της.
[…] Το ανησυχητικό δεν είναι ότι εξακολουθούμε να πιστεύουμε σε βλακείες.
Το ανησυχητικό είναι ότι μπορούμε και να τις επιβάλλουμε.
Να ανεβάσουμε τους βλάκες στην εξουσία.
[…] Τα social media έδωσαν μια δεύτερη ευκαιρία στον αλήστου μνήμης βλάκα του Μεσοπολέμου – μια ευκαιρία που, ενορατικοί συγγραφείς όπως ο Ρόμπερτ Μούζιλ, δεν είχαν δει ούτε στα πιο τρελά τους όνειρα.
Τα media ανέλαβαν να διαδώσουν το μήνυμα του βλάκα ως τα πέρατα της οικουμένης, ενίοτε μάλιστα και να το «ξεπλύνουν» από την αρχική του αφέλεια ή από την εγγενή του μοχθηρία, να το σερβίρουν ως «έγκυρη είδηση».
[…] Να προαισθανόταν άραγε ο Μούζιλ το 1942 εκεί, αυτοεξόριστος στην Ελβετία, άρρωστος κι εξαθλιωμένος, τις απεριόριστες προ­οπτικές που θα σου άνοιγε κάποτε το χάρισμα του βλάκα;
Από τον πρόλογο του Πέτρου Τατσόπουλου


Ο Ρόμπερτ Μούζιλ γεννήθηκε το 1880 στο Κλάγκενφουρτ της Αυστρίας. Σπούδασε αρχικά σε στρατιωτική σχολή, αλλά αργότερα ενδιαφέρθηκε για τη μηχανολογία. Το 1901 πήρε το πτυχίο του μηχανολόγου. Σύντομα στράφηκε προς τη λογοτεχνία, τη φιλοσοφία και την πειραματική ψυχολογία. Το 1908 αναγορεύτηκε διδάκτωρ της φιλοσοφίας, της φυσικής και των μαθηματικών. Την τριετία 1911-1914 εργάστηκε ως βιβλιοθηκάριος. Το 1911 παντρεύτηκε τη Μάρθα Μαρκοβάλντι. Το 1914 υπηρέτησε ως αξιωματικός στο ιταλικό μέτωπο, όπου και παρασημοφορήθηκε. Το 1919 εργάστηκε στο γραφείο τύπου του αυστριακού Υπουργείου Εξωτερικών. Το 1920 εργάστηκε ως δημόσιος υπάλληλος. Το 1923 του απονεμήθηκε το βραβείο «Κλάιστ» για τους «Ονειροπόλους». Το 1924 του απονεμήθηκε το μεγάλο βραβείο των τεχνών της Βιέννης και το 1929 το βραβείο «Γκέρχαρτ Χάουπτμαν». Το 1938 κατέφυγε με τη γυναίκα του στη Ζυρίχη και από εκεί στη Γενεύη, όπου και πέθανε το 1942. Κυριότερα έργα του είναι τα μυθιστορήματα «Οι αναστατώσεις του οικότροφου Ταίρλες» (1906) και «Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες» (1930-1943), που έμεινε ημιτελές. Οι νουβέλες «Δεσμοί» («Η τελείωση του έρωτα» και «Ο πειρασμός της σιωπηλής Βερόνικας») (1911), «Οι τρεις γυναίκες» («Η Γκρίτζα», «Η πορτογαλίδα», «Η Τόνκα») (1924) και «Ο Βίντσεντς και η φίλη των σημαντικών ανδρών» (1923).