Video
Twitter Facebook
Go
Free Widgets
RSS

Γιάννης Π. Βαλαβανίδης: Οι επισκέπτες του εργαστηρίου

Bookmark and Share
Κανονική γραμματοσειρά Μεγάλη γραμματοσειρά Μεγαλύτερη γραμματοσειρά
 

Όλα τα κατά καιρούς εργαστήρια μου ήταν μικρού μεγέθους. Μερικά μάλιστα ήταν στενόχωρα και άβολα. Έβρισκα όμως πάντα τρόπο να τα βολεύω.

 

Photo: Βιργίλιος Τσιούλλι

 

Μου αρέσει να δουλεύω μόνο και ο μικρός χώρος ίσως με βοηθάει να συγκεντρωθώ. Το μέγεθος και οι ανέσεις δεν ήταν ποτέ πρόβλημα για μένα, αφού σπανίως προσκαλώ κόσμο και ασχολούμαι μόνο με τη ζωγραφική μου.

 

Ωστόσο – το έχω ξαναπεί και όποιος θέλει ας το πιστέψει – τις ώρες που δουλεύω, το μικρό μου μοναχικό εργαστήριο γεμίζει από απρόσκλητους επισκέπτες. Είναι εκεί και με παρατηρούν, νιώθω ότι με σχολιάζουν, δεν τους ακούω να μιλούν, αλλά καταλαβαίνω ότι ενδιαφέρονται για αυτά που κάνω. Μερικοί είναι σχεδόν μόνιμοι, άλλοι έρχονται αραιά και που, κάποιοι ήρθαν μόνο μια η δυο φορές.

 

Τους γνωρίζω, αν και δεν ξέρω κάθε φορά ποιος ακριβώς κοιτάει πάνω απ’ τον ώμο μου και με σκουντάει διακριτικά στην πλάτη. Βλέπω εκφράσεις και μορφασμούς στα πρόσωπα τους, συχνά τους μιλάω, τους λέω: «ναι, εντάξει, ξέρω, θα το αλλάξω». Δεν είμαι σίγουρος αν η παρουσία τους με βοηθάει ή απλώς με μπερδεύει και με φέρνει σε αμηχανία.

 

Οι πιο τακτικοί είναι συνάδελφοι και φίλοι, που η φιλία μας κρατάει από τα χρόνια των σπουδών μας και από τις παλιές παρέες και καλλιτεχνικές ομάδες. Έρχονται επίσης μερικοί συγγενείς και γείτονες γεμάτοι περιέργεια, η υπάλληλος του φαρμακείου και η Αλβανίδα από το ψιλικατζίδικο της γωνίας. Βλέπω συχνά και κάποιους βυζαντινούς τεχνίτες, καθώς και Φλωρεντινούς ζωγράφους του 15ου αιώνα. Με αυτούς είμαι πολύ άνετος.

 

Δυο – τρεις γκαλερίστες, μια φίλη δημοσιογράφος, λίγοι μαθητές μου από τη Σχολή, αλλά και πιο επώνυμοι: έχω δει αρκετές φορές το Ρέμπραντ, το Γκόγια, μια φορά τον Τιτσιάνο και τον Κουρμπε, τον Πικάσο και το Σεζάν. Δεν με ενοχλούν, δεν ζητάνε τίποτα, δεν κάνουν φασαρία. Κατά διαστήματα εμφανίζονται Εγγλέζοι ποπ-αρτίστες, Γερμανοί της «Νέας Αντικειμενικότητας», Ισπανοί ρεαλιστές, ο Τζιμ Ντάιν, ο Κήνχολζ και άλλοι που δεν μπορώ να θυμηθώ αυτή τη στιγμή. Τους αναγνωρίζω, κι ας μην ξέρω πάντα τα ακριβή χαρακτηριστικά του προσώπου τους.

 

Και καταλαβαίνω τις αντιδράσεις τους, ακόμα κι αν κάθονται απλώς εκεί ακίνητοι σαν αγάλματα. Δεν όλες οι παρουσίες εξίσου σημαντικές ούτε εξίσου ευχάριστες. Άλλες μου προκαλούν δέος και αναστάτωση, άλλες με ενθαρρύνουν και με γλυκαίνουν.

 

Πρέπει να διευκρινίσω ότι όλα αυτά συμβαίνουν αποκλειστικά και μόνο την ώρα που εγώ κρατάω το πινέλο, φτιάχνω ένα χρώμα ή τραβάω γραμμές, δηλαδή όση ώρα δουλεύω πάνω στο έργο μου. Όχι προτού ξεκινήσω ούτε όταν τελειώνω τη δουλειά. Όχι όταν σκέφτομαι, όχι όταν κάνω διάλειμμα. Μόνο την ώρα που βρίσκομαι μπροστά στο έργο μου και επεμβαίνω επάνω του.

 

Όλοι οι επισκέπτες εξαφανίζονται μυστηριωδώς, μόλις καθίσω απέναντι στη ζωγραφιά για να την αξιολογήσω, αν δω πώς πρέπει να προχωρήσει, τι να αλλάξω και τι να κρατήσω. Σε τέτοιες στιγμές μένω τελείως μόνος, εγώ και η ζωγραφιά μου. Άδειο το εργαστήριο. Ούτε ένας επισκέπτης. Τότε τους νοσταλγώ. Ξέρω όμως ότι έτσι είναι καλύτερα. Μάλλον και εκείνοι το ξέρουν. Όσο κράτησε η επίσκεψη έγιναν όσες επαφές ή ανταλλαγές ήταν να γίνουν. Τώρα μόνος μου στο μικρό εργαστήριο πρέπει να αποφασίσω για το δικό μου έργο.

 

Με παρηγορεί το γεγονός ότι οι επισκέπτες του εργαστηρίου μου, δεν εξαφανίζονται ποτέ οριστικά. Ξαναέρχονται, οι ίδιο ή άλλοι, και έχω μάθει να τους περιμένω με λαχτάρα, ανησυχία και σεβασμό.

 

Info: Ο Γιάννης Π. Βαλαβανίδης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1939. Σπούδασε ζωγραφική, χαρακτική και ψηφιδωτό στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας (1959 – 1963). Έχει πραγματοποιήσει εννέα ατομικές εκθέσεις στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη και έλαβε μέρος σε ομαδικές εκθέσεις σε Ελλάδα και εξωτερικό. Υπήρξε μέλος της «Ομάδας Τέχνης Α» (1965 – 67), της ομάδας «Νέοι Έλληνες Ρεαλιστές» (1970 – 73), του «Συνδέσμου Σύγχρονης Τέχνης» (1979 – 1983) και της «Ομάδας για την Επικοινωνία και την Εκπαίδευση στην Τέχνη» (1979 – 1986). Ασχολήθηκε με την εικονογράφηση και σχεδίαση βιβλίων και την συγγραφή κειμένων για την τέχνη σε εφημερίδες και περιοδικά. Δίδαξε ζωγραφική και ψηφιδωτό στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας (1982 – 2006) και ήταν Αντιπρύτανης κατά την περίοδο 2001 – 2004. Από το 2007 είναι όμότιμος καθηγητής της ΑΣΚΤ.