Πότε ήταν η τελευταία φορά που ένιωσες την ευτυχία να σε ταξιδεύει μέχρι τα σύννεφα;
Πότε ξεμάκρυνες από το πλήθος για να βρεθείς μόνος, να ξεχαστείς μπρος σε ένα ανοιχτό παράθυρο, να απλώσεις το βλέμμα σου στο απέραντο μπλε του ουρανού και να νιώσεις ο κατακτητής και δημιουργός του δικού σου σύμπαντος;
Πότε μούδιασε το κορμί σου παραδομένο σε μια αγκαλιά. Χωρίς ενοχές και φόβους, έμεινε ακίνητο, να νιώθει, να μεθά για την στιγμή, χωρίς να νοιάζεσαι για το πόσο ευάλωτο, γίνεσαι, του έρωτα θύμα;
Πότε ήταν που ταυτίστηκες τόσο πολύ με κάτι που διάβασες, που στοίχειωσαν οι λέξεις όλες τις γωνιές του νου σου και άλλαξε ο κόσμος γύρω σου με την ελάχιστη αφορμή;
Πότε ήταν που άνοιξες την πόρτα του σπιτιού σου σ’ έναν φίλο, τον έβαλες απέναντί σου, ξεκλείδωσες την ψυχή του, πήρες από το φορτίο του, μόνον και μόνον για να τον δεις να χαμογελά και να φεύγει ευτυχισμένος και ανάλαφρος.
Πότε βυθίστηκε το βλέμμα σου στο βλέμμα ενός μικρού παιδιού και μαγεμένος ακύρωσες όλες σου τις υποχρεώσεις, για να συναντηθείς με την χαμένη παιδικότητα σου στις σελίδες ενός παραμυθιού;
Πότε έκανες κάτι για τον άλλον χωρίς να σκέφτεσαι τον εαυτό σου;
Πότε ήταν που έγινες τρυφερός, τόσο μα τόσο πολύ, που σα νερό ξεγλίστρησες έξω από τα στενά όρια του κορμιού σου και σκόρπισες στο χώμα χαρούμενος;
Πότε έτρεξες να προλάβεις την άνοιξη κρύβοντας σπόρους μες στις ψυχής σου τα σκοτεινά βάθη, να πλημμυρήσεις με μυρωδιές και χρώματα τα ανήλιαγα υπόγεια σου, που γέμισαν μικρότητες και απωθημένα.
Πότε γεννήθηκε στο νου σου μια ιδέα, που σε μεγάλωσε και σε ωρίμασε στη στιγμή σαν μακροχρόνια εμπειρία;
Πότε;
Τώρα, που νιώθεις «προδομένος», «λεηλατημένος», «ακυρωμένος» από τους «άλλους», επανατοποθέτησε τον εαυτό σου επιλέγοντας εσύ την θέση σου στην μικρή μας ιστορία.
Γύρνα την πλάτη στην μιζέρια, στρέψε το βλέμμα σε ό,τι σε ανυψώνει, επέλεξε τα δικά σου «θέλω», βρες την ουσία και βάλε στα όνειρά σου τις δικές σου αξίες.
Δες με!
Κάποτε ήμουν εκεί που στέκεσαι, δέντρο ψηλό, περήφανο, σύντροφος των πουλιών και του αγέρα, ευλύγιστο στην καταιγίδα και στο χρόνο. Ώσπου μια μέρα ένας άνθρωπος τρελός, χαμένος στον παραλογισμό του, μου έβαλε φωτιά και έγιναν όλα στάχτη.
Όμως να 'μαι και πάλι!
Από το πιο ψηλό βουνό σου φωνάζω, άκου, τι κι αν νιώθεις μόνος, τι κι αν είσαι ένας,
γίνε το «Όλον»… για σένα …για μένα…
Επιτέλους!
Γνώρισε τον εαυτό σου μέσα απ' τις σιωπές του.
Βρες την αρμονία μέσα σου, γιατί αλλιώς… δεν μου επιτρέπεις κι εμένα να υπάρχω…
Info: Η Νότα Τσίτουρα είναι γλύπτρια. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Σέκουλα, δίπλα στο ποταμό Αλφειό. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στο πολιτικό τμήμα της Νομικής και γλυπτική στο εργαστήριο του Γ. Χουλιαρά στην Α.Σ.Κ.Τ. Αθηνών. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.
Πρόσωπα
- Ελένη Πολυχρονάτου: Η έννοια του χώρου και η έννοια του χρόνου στο Εικαστικό Έργο
- Ίρις Κρητικού: Σε καθημερινή κλίμακα
- Δημήτρης Λιόλιος: Το κίνημα in yer face, αποτέλεσε τομή για τη σχέση θεάτρου και θεατή
- Αναστάσιος Διολατζής: Reworks Festival 2010
- Γιάννης Γουρτζελάς: Μικρόπολις! Εκπαιδεύοντας τους Πολίτες του Αύριο
















