Video
Twitter Facebook
Go
Free Widgets
RSS

Μαρία Κομνηνού: Ελληνικός Κινηματογράφος. Διλήμματα και προκλήσεις

Bookmark and Share
Κανονική γραμματοσειρά Μεγάλη γραμματοσειρά Μεγαλύτερη γραμματοσειρά
 

Πιστεύω ότι ο σύγχρονος κινηματογράφος βιώνει τη δυσφορία της αλλαγής του αιώνα, η οποία μπορεί να συνοψιστεί ως το μαρτύριο του συγγραφέα, η εξάντληση των κινηματογραφόφιλων παθών των κριτικών και η βαθμιαία μεταμόρφωση του θεατή από σκεπτόμενο σε κτητικό ηδονοβλεψία.

Πράγματι, το ελληνικό κοινό αποτελείται αφ’ ενός από ένα μικρό αριθμό σκεπτόμενων και αφ’ ετέρου ένα πλήθος κτητικών θεατών, οι οποίοι εστιάζουν τα ηδονοβλεπτικά ένστικτά τους στην κατανάλωση των ρεαλιστικών αφηγήσεων και των αυτο-αναφορικών εικόνων που αντικατοπτρίζουν την αισθητική της τηλεόρασης.

Τελικά όμως αυτή η δυσαρέσκεια των Ελλήνων σκηνοθετών αποδείχτηκε πολύ δημιουργική- και τροφοδοτούμενη από την επιτυχία ταινιών όπως «Κυνόδοντας» (2009), «Ακαδημία Πλάτωνος» (2009) και «Στρέλλα» (2008)  οι οποίες άφησαν πολύ καλές  εντυπώσεις  σε ξένα φεστιβάλ- δημιούργησε μια ομάδα πίεσης, τους «Κινηματογραφιστές στην Ομίχλη», και ζήτησε από τη νέα ηγεσία του ΥΠ.ΠΟ.  να προχωρήσει στην ψήφιση ενός νέου κινηματογραφικού νόμου.

Τα τελευταία έξι χρόνια, ο συνολικός αριθμός των εισιτηρίων που πραγματοποίησαν οι ελληνικές ταινίες κινούνται στο επίπεδο του 1,5 εκατ. εισιτηρίων. Το annus mirabilis αποτελεί η περίοδος 2007-8, οπότε κι ο αριθμός των εισιτηρίων που πωλήθηκαν ανήλθε στα 2.394.634 εισιτήρια.

Η αύξηση οφείλεται κυρίως στην  επιτυχία της ελληνικής  επικής βιογραφικής ταινίας «El Greco» (2007) με 770.000 εισιτήρια που κυκλοφόρησε από αλυσίδα multiplex. Η ελληνική αγορά είναι πολύ ρηχή και με τις αλλαγές που έχουν πραγματοποιηθεί στο οπτικοακουστικό πεδίο οι εισπράξεις από τα DVD αποτελούν τώρα την πιο σημαντική πηγή εσόδων για την  εγχώρια  παραγωγή.

Εξετάζοντας τις εξελίξεις της δημόσιας θέασης μεταξύ 2003-2009, μπορεί να παρατηρηθεί ότι η αναβίωση που προκλήθηκε από τη λειτουργία των multiplex κινηματογράφων είχε ανάμεικτα αποτελέσματα. Για ορισμένες ταινίες, όπως «Πολίτικη Κουζίνα» (2003), «Νύφες» (2004), «Οι Σειρήνες στο Αιγαίο» (2005), «El Greco» (2007), «Ψυχή βαθιά» (2009),ήταν το εισιτήριο για  μαζική κυκλοφορία,  που ως τότε ήταν αποκλειστικό προνόμιο των προγραμματισμένων για τα multiplex ξένων επιτυχιών.

Aυτή η στρατηγική δεν βοήθησε κάποιες άλλες ταινίες, οι οποίες, παρά αυτή τη στρατηγική και τον προγραμματισμό τους σε multiplex δε γνώρισαν εισπρακτική επιτυχία. Θα πρέπει επίσης να σημειώσουμε ότι η δυναμική πού είχαν τα multiplex στην αρχή του 90 έχει  πλέον ανακοπεί, παρά το γεγονός ότι αύξησαν τους θεατές κατά 3-4 εκατομμύρια. Τα αίτια πρέπει να αναζητηθούν στην άνθηση της πειρατείας στο διαδίκτυο, ιδιαίτερα μεταξύ νέων 18-35 ετών που αποτελούν το 80% των θεατών των κινηματογράφων (Κάγιος, 2009).

Η ελληνική βιομηχανία έχει επωφεληθεί από το συνδυασμό των κρατικών επιδοτήσεων και των ευρωπαϊκών κονδυλίων MEDIA και Eurimages. Έχει κατορθώσει να επιλύσει τη στασιμότητα του '90 και να διατηρήσει μια ετήσια παραγωγή της τάξης των 16-20 ταινιών μεγάλου μήκους, 10-15 ταινιών μικρού μήκους και 3-5 ντοκιμαντέρ. Έχει, επιπλέον, διασφαλίσει ότι οι περισσότερες από τις ταινίες αυτές είναι στη διάθεση του κοινού με το να προβάλλονται και στους κινηματογράφους και στα κανάλια.

Ο ελληνικός κινηματογράφος, ωστόσο, είναι ακόμη παγιδευμένος στο δίλημμα του ευρωπαϊκού κινηματογράφου ανάμεσα στην τέχνη και τον εμπορικό προσανατολισμό. Σε λίγες μόνο περιπτώσεις το δίλημμα έχει επιλυθεί ευτυχώς όπως με την «Πολίτικη κουζίνα» (2003) και τις «Νύφες» (2004).  Στις υπόλοιπες ταινίες η πορεία της ελληνικής βιομηχανίας έχει επαληθεύσει τις προβλέψεις των θεωριών της παγκοσμιοποίησης που τη θέλουν εύκολη λεία στην κατάκτηση της από πολυεθνικές. Πράγματι, το ελληνικό κοινό παρακολουθεί τον ίδιο αριθμό αμερικανικών φιλμ με το βρετανικό ακροατήριο.

Ωστόσο η σταθερή ελληνική παραγωγή μεγάλου αριθμού ταινιών δείχνει ότι ο συνδυασμός των κρατικών επιδοτήσεων και η χρηματοδότηση της Ε.Ε. συνέβαλλαν στην επιβίωση της ελληνικής βιομηχανίας. Οι Έλληνες σκηνοθέτες και παραγωγοί εξάλλου δεν είναι πλέον ευχαριστημένοι να συμπληρώνουν τους προϋπολογισμούς τους με τα ισχνά κονδύλια του κρατικού προϋπολογισμού και ζητούν μια πιο γενναιόδωρη επιδότηση, καθώς και νέα κίνητρα, όπως π.χ., ένα ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς για την προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων.

Συμπληρωματικά θα πρέπει να αναφέρουμε ότι μια μερίδα των κριτικών αλλά και οι θεωρητικοί του κινηματογράφου παρατηρούν ότι ο Ελληνικός κινηματογράφος δεν παρουσιάζει ιδιαίτερη δυναμική και αποδίδουν την στασιμότητα στο έλλειμμα στην  κινηματογραφική παιδεία και στην υπερβολική απορρόφηση πόρων από θεσμούς που επικεντρώνονται στην κατανάλωση και όχι στην παραγωγή κινηματογραφικών ταινιών.

Ενδεικτικό είναι ότι τα φεστιβάλ απορροφούν ένα δυσανάλογο ποσοστό του προϋπολογισμού που διαθέτει το ΥΠΠΟ για τον κινηματογράφο  ενώ η Ταινιοθήκη, παρά την μεταστέγαση της στον δυναμικό Πολυχωρο Λαίς, υποχρηματοδοτείται.

Info: Η Μαρία Κομνηνού είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια και διευθύντρια του Εργαστηρίου Οπτικοακουστικών Μέσων στο Τμήμα ΕΜΜΕ Παν. Αθηνών, Γενική Γραμματέας του Δ. Σ της Ταινιοθήκης της Ελλάδας και Εκλεγμένο μέλος στην Εκτελεστική Επιτροπή της Association des Cinematheques Europpeenes (ACE).