Ο Μάης ήταν ο μήνας των ταξιδιών. Πέρασα πολλές ώρες στον αέρα και πήρα ξανά μυρωδιά από ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Όταν με ρώτησε κάποιος τι μου λείπει περισσότερο από τα χρόνια που έζησα στο Λονδίνο, απάντησα αυθόρμητα “Το κόκκινο παντελόνι του Πήτερ”. Και το ποδήλατο του Άλαν. Η αφίσα με τον Μάη του ’68 έξω από το γραφείο της Μεγκ. Το πίρσιν στη μύτη της Σάρον. Τα κόκκινα μάγουλα της Άντζελα από το αλκοόλ.

 

Που δηλαδή απευθυνόσουν σε καθηγητές πανεπιστημίου με τα μικρά τους ονόματα, χωρίς αυτό να σημαίνει μια εκχυδαϊσμένη οικειότητα, χωρίς να συνεπάγεται πως μπορούμε να ανταλλάσουμε σφαλιάρες. Που αν και ακαδημαϊκοί, ντύνονταν και συμπεριφέρονταν (και) σαν φοιτητές.

 

Μου λείπει που έλειπε η σοβαροφάνεια και τα συμπαρομαρτούντα της. Ήταν σαν μην είχαν τίποτα να αποδείξουν. Είμαι ο προφέσορ τάδε που παράγει επιστημονικό έργο, έχει κύρος στην ακαδημαϊκή κοινότητα και γι’ αυτό μπορώ και να μην είμαι τυλιγμένος σα ντολμαδάκι σε κουστούμια και γραβάτες, να μην είμαι προσκολλημένος σε τύπους, να μην απαιτώ δουλοπρέπεια από τους φοιτητές μου αγκιστρωμένος σε κούφιες ιεραρχίες, να μη δαιμονοποιώ την αμφισβήτηση και άρα να μη βαράω στον πυρήνα της κριτικής σκέψης.


“Κουβάλα τον προτζέκτορα / για να σε κάνει λέκτορα” αποφαίνεται ένα -ακόμα- ευφυές αναρχικό σύνθημα, σχολιάζοντας με σκωπτικό τρόπο τις σχέσεις εξουσίας, αυθαιρεσίας και υποτέλειας στο χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης. Οι λάτρεις της ευταξίας αποστρέφονται τις λέξεις με σπρέι στα ντουβάρια. Όμως οι τοίχοι στα πανεπιστήμια και στο κέντρο των πόλεων είναι όπως τα τατουάζ στα κατάστικτα μπράτσα ναυτικού σε ποίημα του Καββαδία. Αποτυπώνουν τη σοφία της νεότητας. Σε κάποιον φανταστικό κόσμο, όπως εκείνους που ήξερε να χτίζει η Ούρσουλα Λεγκέν, τα συνθήματα στους τοίχους θα φυλάσσονταν σαν μνημεία πολιτισμού (με όποιον κίνδυνο ενέχει ο εγκλωβισμός στην ιστορικότητα).

 

Μου λείπουν ακόμα τα γκρίζα μαλλιά του Ντέιβιντ, ενός συμφοιτητή μου που αποφάσισε να ξεκινήσει διδακτορικό ως συνταξιούχος εκπαιδευτικός. “Θέλει να γράφει το Dr. πριν το όνομά του στην πιστωτική” είχε σχολιάσει δηκτικά ένας άλλος συμφοιτητής μου κι είχα γελάσει και μ’ αυτή την ανάγνωση της πραγματικότητας. Όταν όμως μία φίλη στην Ελλάδα δίσταζε να ξεκινήσει σπουδές στα 35 της γιατί ήταν -κατά την εκτίμησή της- μεγάλη, δε γέλασα, λυπήθηκα. Ο συντηρητισμός και ο καθωσπρεπισμός ενδημεί σ’ αυτόν τον τόπο. Είναι σα να λες εξηντάρα μόνη σε μπαρ, αβάφτιστο παιδί, βερμούδα στο γραφείο, ενικός στο διευθυντή, σπουδές στα σαράντα και άλλα πολλά. Υπάρχει απάντηση σε όσους πάνε να σε βάλουν σε καλούπι, αλλά η ελληνοχριστιανική μας αγωγή δε μας επιτρέπει να την εκφέρουμε.

 

Info: Η Πέλα Σουλτάτου γεννήθηκε στην Κρήτη και ζει στην Αθήνα. Έχει κάνει σπουδές στην Κοινωνιολογία και τη Δημόσια Υγεία και είναι κάτοχος PhD στις Επιστήμες της Αγωγής από το Πανεπιστήμιο του Λονδίνου. Διδάσκει σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα της Ιατρικής Σχολής Αθηνών και εργάζεται στο δημόσιο τομέα. Το 2013 εξέδωσε το πρώτο της βιβλίο, Τα φώτα στο βάθος, με το ψευδώνυμο Niemands Rose. Το βιβλίο δραματοποιήθηκε σε σκηνοθεσία της Εστέρ Γκονζάλες στο «Από Μηχανής Θέατρο». Έχει αρθρογραφήσει σε διάφορα σάιτ, έντυπα και εφημερίδες, ενώ από το 2007 διατηρεί το μπλογκ «Του κανενός το ρόδο».

 

Φωτογραφία: Χρήστος Μαρκόπουλος

 

* Αναδημοσίευση από το περιοδικό Culturenow Mag, τεύχος 36


Το τελευταίο μυθιστόρημα της Πέλας Σουλτάτου, με τίτλο «Ανκόρ», κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη