71 χρόνια μετά το Ολοκαύτωμα των Πύργων, η New Star θα προβάλει σε Α’ Προβολή, την , το ντοκιμαντέρ του δημοσιογράφου Νίκου Ασλανίδη, που προβλήθηκε στο πλαίσιο του 17ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης  και απέσπασε το 1° βραβείο κοινού για ταινία μεγάλου μήκους

23 Απριλίου 1944 – 23 Απριλίου 2015

 

Ο Στάθης Χαϊτίδης, ο ήρωας της ταινίας θα παραβρεθεί την Πέμπτη 23 Απριλίου -ανήμερα του Ολοκαυτώματος- στις 12:00, στον κινηματογράφο ΑΛΚΥΟΝΙΣ new star art cinema για συζήτηση με τους δημοσιογράφους. Επίσης την ίδια μέρα στις 18:00, στον κινηματογράφο θα βρίσκεται και ο δημιουργός της ταινίας, Νίκος Ασλανίδης παρουσίαση-συζήτηση με το κοινό πριν την προβολή της «Παράδοξης Πατρίδας».

 

Ο δημοσιογράφος Νίκος Ασλανίδης κατέγραψε ένα αληθινό σενάριο για τις πατρίδες ενός 80χρονου σήμερα Έλληνα, του Στάθη, ο οποίος την περίοδο της γερμανικής κατοχής, όταν οι ναζί επιτέθηκαν στο χωριό του και έκαψαν ζωντανούς συνολικά 353 κατοίκους (ανάμεσα τους η 28χρονη τότε μητέρα του, η γιαγιά του και τα τέσσερα αδέλφια του, ηλικίας από ενάμιση έως δέκα ετών) κατάφερε να γλιτώσει μαζί με τον πατέρα του.

Οι τριακόσιοι πενήντα τρεις νεκροί των Πύργων υπήρξαν θύματα εγκληματικής ενέργειας και έμειναν αγνοημένοι από την επίσημη ελληνική ιστορία, που άλλωστε παρουσιάζει λευκές σελίδες σε πολλά της σημεία. Ο άδικος χαμός των δεν συγκλόνισε κανέναν καλλιτέχνη όπως η Γκουέρνικα τον Αραμπάλ και τον Πικάσο.


Υπόθεση

Την περίοδο της γερμανικής κατοχής ο Στάθης Χαϊτίδης ήταν μόλις οκτώ ετών. Οι Ναζί με τους Έλληνες συνεργάτες τους τον Απρίλιο του 1944 μπήκαν στο χωριό του, στους Πύργους Πτολεμαΐδας, εκτέλεσαν εν ψυχρώ ή έκαψαν ζωντανούς συνολικά 353 κατοίκους. Ανάμεσά τους ήταν η 28χρονη μητέρα του, η γιαγιά του και τα τέσσερα του αδέλφια ηλικίας από ενάμιση έως δέκα ετών.  Ο ίδιος κατάφερε να γλιτώσει τελευταία στιγμή μαζί με τον πατέρα του. Για να επιβιώσουν κατέφυγαν στο βουνό Βέρμιο, όπου έτρωγαν φύλλα και ρίζες δένδρων.  Την περίοδο του εμφυλίου πολέμου, ο πατέρας του συλλαμβάνεται και καταδικάζεται σε θάνατο. Ο λόγος ήταν ότι στην κατοχή του βρέθηκε ένα πιστόλι με έξι σφαίρες. Λίγο πριν εκτελεστεί γράφει ένα γράμμα και δίνει εντολή στο γιο του να σπουδάσει.

Ο μικρός Στάθης καταφεύγει στα χωριά της Νάουσας, όπου μεγαλώνει κοντά στη θεία του. Εκεί μαθαίνει γράμματα και καταφέρνει να τελειώσει το γυμνάσιο. Προσπαθεί να ακολουθήσει την εντολή του πατέρα του, αλλά είναι αδύνατο γιατί τον καταδιώκει η κατάρα του αριστερού. Τότε αποφασίζει να πάει στη Γερμανία, όπου τη δεκαετία του 1950 χιλιάδες Έλληνες καταφεύγουν οικονομικοί μετανάστες. Εκεί αναγκάζεται να δουλέψει σε δύσκολες δουλειές για να καταφέρει να σπουδάσει και να γίνει οδοντίατρος.  Την περίοδο της Χούντας αναπτύσσει αντιδικτατορικό αγώνα και του αφαιρείται το ελληνικό διαβατήριο. Ο Στάθης που έχασε την οικογένειά του από τους Γερμανούς αναγκάζεται να ζητήσει πολιτικό άσυλο στη… Γερμανία. Δημιουργεί οικογένεια με πέντε παιδιά, δυο κορίτσια και τρία αγόρια, ακριβώς όπως και ο πατέρας του και τους δίνει τα ονόματα των αδικοχαμένων αδελφών του.

Συντελεστές:

  • Σκηνοθεσία-παραγωγή: Νίκος Ασλανίδης
  • Διεύθυνση φωτογραφίας: Γεώργιος Ασλανίδης
  • Μοντάζ: Παναγιώτης Σκούρτης
  • Μουσική: Αλέξης Μπιτλής
  • Οργάνωση παραγωγής: Νίκη Φωτιάδου

 

Κι αν δεν σας κάναμε αιώνιο τραγούδι δεν φταίμε εμείς.

Σε τούτο τον τόπο είναι πολλά από αυτά που το ύψος τους φαίνεται δύσκολα.

Περιβλημένες από ένα πλατύγυρο φως καμωμένο από διάφανο αίμα

Οι μορφές σας στέκουν πάνω από την ποίηση.

Ξημέρωνε στο χωριό η 23η Απριλίου του 1944, Κυριακή του Θωμά, όταν την ησυχία διατάραξαν ομοβροντίες οβίδων και κροταλίσματα πολυβόλων. Τρομαγμένοι οι κάτοικοι πετάχτηκαν από τα κρεβάτια τους για να δουν τι συμβαίνει. Φωνές, πολλές φωνές ακούγονται από παντού:

«Οι Γερμανοί! Έρχονται οι Γερμανοί!»

Ανάστατοι όλοι ξεχύθηκαν στους δρόμους παίρνοντας μαζί τους ό,τι προλάβαιναν με κατεύθυνση το βουνό, για να σωθούν.

Οι Γερμανοί από το Αμύνταιο, με επικεφαλής αξιωματικούς της Γκεστάπο και καθοδηγούμενοι από ομάδα ντόπιων συνεργατών τους από παρακείμενο χωριό, μπήκαν στην Κάτω Συνοικία, ενώ άλλη ομάδα Γερμανών από την Πτολεμαΐδα είχε ήδη εισβάλλει, ταυτόχρονα με την πρώτη, στην Μεσαία και την Άνω Συνοικία.

Το τι επακολούθησε είναι αδύνατο να περιγραφεί. Αδύνατο να το χωρέσει ανθρώπου νους το τι έκανε «άνθρωπος» σε άνθρωπο. Οι ζοφερές σκηνές της Κόλασης ωχριούν μπροστά στη φρίκη που εκτυλίσσεται σε κάθε γωνιά του χωριού.

Το χωριό παραδόθηκε στις φλόγες. Καταστράφηκε… Ερειπώθηκε… Δεν έμεινε πέτρα πάνω σε πέτρα. Δεν απόμεινε ούτε ένα δείγμα από τα μακεδονικού τύπου αρχοντικά με το σαχνισί που διέθετε. Λίγο προτού πυρποληθεί, οι συνεργάτες των Γερμανών λαφυραγώγησαν τις περιουσίες των κατοίκων του, μεταφέροντας στο χωριό τους ακόμα και τις προίκες των ανύπαντρων κοριτσιών.

Η ύβρις όμως-με την αρχαιοελληνική της σημασία-δεν ολοκληρώθηκε, αφού οι νεκροί μας έμειναν άταφοι, βορά στα άγρια θηρία. Μετά από 10 μέρες και πλέον, εκλιπαρώντας την άδεια από τον κατακτητή, δειλά-δειλά επέστρεψαν επιζήσαντες για να επιτελέσουν το θλιβερό καθήκον.

Σύμφωνα με μαρτυρία της Κατίνας Τουφεξή, που συνόδεψε τον πατέρα της για το σκοπό αυτό, «η μυρωδιά καμένης ανθρώπινης σάρκας ήταν έντονη μέσα στα ερείπια και τα αποκαΐδια».

Η εικόνα αυτή χαράχτηκε έντονα στη μνήμη της νεαρής κοπέλας, που τραυματισμένη ψυχικά δεν ξαναπάτησε το πόδι της στο χωριό. Όσοι νεκροί βρέθηκαν-πολλοί από αυτούς χωρίς να αναγνωριστούν-θάφτηκαν σε ομαδικούς τάφους.

Ο τελικός απολογισμός του ολοκαυτώματος καταμετρά 341 νεκρούς. Ο αριθμός αυτός εκτιμάται ότι είναι ακόμα μεγαλύτερος. Η ολοσχερής καταστροφή των αρχείων της κοινότητας και η μη επιστροφή έκτοτε στο χωριό κάποιων οικογενειών καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την εξακρίβωση του τελικού αριθμού των θυμάτων.