Η επιλογή του θέματος ενός έργου δεν έχει πάντα την ίδια αφετηρία …

 

Ένα οπτικό ερέθισμα, μια τυχαία σκέψη, μια συγκεκριμένη πρόθεση, ή ένα συναίσθημα μπορούν να οδηγήσουν σε μια επιλογή. Σε κάθε περίπτωση το θέμα είναι μάλλον η αφορμή για την πράξη.

 

Στη δημιουργία ενός  έργου συμμετέχουν  τρεις συνθήκες, η αρχική πρόθεση του ζωγράφου ,η συναισθηματική του μεταβλητότητα και το τυχαίο. Ανάλογα με την εξέλιξη του έργου ,μεταβάλλεται και η συναισθηματική κατάσταση του ζωγράφου.

 

Όταν η εξέλιξη του έργου είναι αρνητική, το θέμα αμφισβητείται, πολλές φορές τροποποιείται ή και αναιρείται ολοκληρωτικά. Συνεπώς ο αρχικός έρωτας με τη σύλληψη του θέματος μπορεί να καταλήξει σε μια μετριοπαθή αποδοχή του έργου. Όπως και μια ήπια και συγκαταβατική επιλογή θέματος να οδηγήσει σε ένα πάθος για το αποτέλεσμα.

 

Αντίθετα με το τι συνήθως πιστεύουν οι πιο πολλοί θεατές, ο ζωγράφος δεν ξέρει ακριβώς τι θέλει να κάνει, ούτε πώς γίνεται. Ελπίζει ότι μπορεί να αντιδράσει σωστά μπροστά στα διλλήματα που θέτει το έργο κατά την εξέλιξή του. Αυτή η προσδοκία της σωστής αντίδρασης γεννά το πάθος για την ζωγραφική. Τα σημεία του έργου που αγαπά ο ζωγράφος είναι αυτά που νομίζει πως αντέδρασε σωστά.

 

Αν δει κανείς τα πράγματα από την μεριά του θεατή ,αλλάζουν. Η αίσθηση που αφήνει ένα έργο δημιουργείται από δυο συντελεστές. Τι αφηγείται η εικόνα και πώς έχει εκφραστεί. Ευχερέστερα αντιληπτή για τον θεατή είναι η εικόνα . Αυτή παρασύρει το συναίσθημά του ,με συνέπεια η αξιολόγηση του έργου να γίνεται με βάση την αφήγηση του θέματος και όχι την πραγματική καλλιτεχνική αξία του έργου.

 

Πολλές φορές μάλιστα ο θεατής προσπαθεί να ερμηνεύσει και την ιδεολογική ιδιοσυγκρασία του ζωγράφου μέσα από την επιλογή της θεματικής του.

 

Η σχέση καλλιτέχνη και θεατή, είναι, όσο παλιά είναι και η τέχνη και αυτονόητα πολυεπίπεδη.

 

Το έργο σε κάθε περίπτωση παραμένει «τόπος» μιας απαραίτητης και για τους δύο συναισθηματικής συνεύρεσης. Τα εννοιολογικά σχόλια και οι συναισθηματικές προβολές, που πολύ φυσικά έρχονται από τους θεατές, μας βρίσκουν συνήθως  συναινετικούς, ας μας είναι κάποτε αδιάφορα. Είναι μια μικρή «συντεχνιακή συνωμοσία» για να τα έχουμε καλά με τον εαυτό μας και να αποκομίζουμε την απαραίτητη αίσθηση αποδοχής.

 

Η προσπάθεια του θεατή να μετέχει στο έργο, όπως και να το επιχειρεί ,είναι αναγκαία συνθήκη  για τη συνέχεια της δημιουργίας .Ίσως  αυτό που ζητά ο ζωγράφος τελικά, να είναι η παράταση του ονείρου και η προσδοκία για συνέχεια. Ό,τι όλοι οι άνθρωποι στη ζωή τους.

 

Info: Ο Παναγιώτης Μπελντέκος, γεννήθηκε το 1963 στην Αθήνα. Φοίτησε στην ΑΣΚΤ της Αθήνας (1987-92), στο Δ΄ Εργαστήριο Ζωγραφικής του Δημοσθένη Κοκκινίδη. Το 1995 απέσπασε  υποτροφία του Ι.Κ.Υ. για δύο χρόνια, συνεχίζοντας τις σπουδές του στη Ζωγραφική με επιβλέποντα καθηγητή τον Παναγιώτη Τέτση. Από το 1992 δραστηριοποιείται στο χώρο της εικαστικής εκπαίδευσης. Από το 1995 έως το 1998 δίδαξε Ζωγραφική στα επιμορφωτικά προγράμματα του Κολλεγίου Αθηνών.