Στο διαμέρισμα της οδού Λέψιους, στην Αλεξάνδρεια, ο Κωνσταντίνος Καβάφης είχε πάντα ένα ουίσκι δεύτερης ποιότητας για τους ανεπιθύμητους επισκέπτες του που το αποκαλούσε χαριτολογώντας «Ουίσκι Παλαμάς».

Η αντιζηλία του με τον Ελλαδίτη ποιητή αποτελούσε προσφιλές θέμα συζήτησης στους πνευματικούς κύκλους της εποχής. Η Παλαμική μούσα αδιαφιλονίκητα κυρίαρχη τα χρόνια εκείνα κατατρόπωνε τα αδόκιμα ελληνικά του Αλεξανδρινού. Οι «φωστήρες» των αθηναϊκών λογοτεχνικών καφενείων αναθεμάτιζαν την Καβαφική ποίηση περιλούζοντας τον δημιουργό της με ακατονόμαστους χαρακτηρισμούς. Ο ίδιος παρέμενε νηφάλιος ετεροχρονίζοντας τις διαφορές του μαζί τους με δηλώσεις του τύπου: «Είμαι ο ποιητής των επομένων γενεών».

Το μέλλον τον δικαίωσε και σήμερα οι επίγονοι όλων όσοι τον λοιδορούσαν, αποθεώνουν αίφνης τον γέρο ποιητή της Αλεξάνδρειας. Οι περισσότεροι από αυτούς πειθαναγκάζονται να χειροκροτούν κάτι που στην ουσία δεν αντιλαμβάνονται. Παραφράζοντας κανείς τον Σεφέρη θα έλεγε ότι «οι ποιητές προχωρούν στα σκοτεινά» στην Ελλάδα της άγνοιας, της αφέλειας και του επαρχιωτισμού.