Δεν είναι μυστικό! Μεγάλωσα με τον Χάρι και τις περιπέτειές του! Είμαι από τις μεγαλύτερες και πιο πιστές του fans. Έχω διαβάσει τα βιβλία της Rowling πολλάκις, έχω δει τις ταινίες ακόμα περισσότερες φορές, κάθε φορά κλαίω και συγκινούμαι το ίδιο, αν όχι περισσότερο, με την πρώτη, έχω μπει σε διαδικασία να συζητήσω με παρέες και να υπεραναλύσω ακόμα και τις πιο μικρές λεπτομέρειες σε σχέση με τη σειρά, και χίλια δυο άλλα πράγματα που δεν θα τ’ αναφέρω ένα προς ένα. Αν το κάνω, κινδυνεύω ν’ αρχίσω να μπουρδολογώ.

Και όταν μιλάμε για Χάρι Πότερ, κάτι τέτοιο δεν είναι και πολύ δύσκολο, αφού ο ενθουσιασμός του φανατικού υπερτερεί της λογικής. Θα σας πάω, λοιπόν, εννέα χρόνια πίσω, όταν κυκλοφόρησαν «Οι Κλήροι του Θανάτου». Υπήρχε ένας διάχυτος ενθουσιασμός που η αγαπημένη μας σειρά ολοκληρωνόταν αλλά την ίδια στιγμή, υπήρχε και μια τεράστια θλίψη γιατί το υπέροχο αυτό ταξίδι τόσων χρόνων, έφτασε στο τέλος του κι εμείς έπρεπε να πούμε οριστικά αντίο. Κι όμως, σήμερα, οι ήρωες που αγαπήσαμε επιστρέφουν και μας καλούν και πάλι στον κόσμο που λατρέψαμε, για να ζήσουμε μια νέα περιπέτεια. Πόσο τέλειο είναι αυτό;

Ο λόγος για το «Ο Χάρι Πότερ και το καταραμένο παιδί», που δεν είναι μυθιστόρημα αλλά έκδοση του σεναρίου της πρόβας της ομώνυμης παράστασης που ανέβηκε στο Γουέστ Εντ του Λονδίνου, τον Ιούλιο που μας πέρασε. Αυτό σημαίνει πως πριν πούμε οτιδήποτε άλλο, και πριν διαβάσει ο καθένας από εμάς το βιβλίο αυτό, πρέπει να έχει στο μυαλό του κάτι πολύ συγκεκριμένο, αλλά άκρως βασικό και σημαντικό. Δεν έχουμε να κάνουμε με μυθιστόρημα! Έχουμε στα χέρια μας ένα θεατρικό έργο! Κατά συνέπεια, δεν μπορούμε να κρίνουμε το κείμενο με τα ίδια κριτήρια που θα κρίνουμε μια μυθιστορηματική αφήγηση, αλλά οφείλουμε να το κάνουμε με τον τρόπο εκείνο που θα κρίναμε ένα οποιοδήποτε θεατρικό κείμενο ή μια πρόζα. Αντιλαμβάνομαι πως δεδομένου της αγάπης των αναγνωστών απέναντι στη μοναδική και ιδιαίτερη γραφή της Rowling, που είναι κάτι περισσότερο από χαρακτηριστική, δεν είναι πολύ εύκολο κάτι τέτοιο, αλλά είναι ο μοναδικός τρόπος ν’ αντιμετωπίσουμε αντικειμενικά ένα κείμενο που πρέπει να μας κερδίσει και να μας δημιουργήσει υποσυνείδητα εικόνες, χωρίς να βλέπουμε την θεατρική σκηνή όπου εξελίσσονται οι διάλογοι, αλλά και χωρίς αυτοί να υποστηρίζονται από μυθιστορηματικό κείμενο που τους ενισχύει.

Προσωπικά, λοιπόν, κι αξιολογώντας το κείμενο καθαρά ως θεατρικό έργο, οφείλω να ομολογήσω πως έμεινα άκρως ικανοποιημένη, τόσο από την πλοκή, όσο και από τους διαλόγους, αλλά και από την αποτύπωση του ψυχισμού των χαρακτήρων, πράγμα στο οποίο οι περισσότεροι είχαν μια κάποια ένσταση, άλλοι μεγαλύτερη κι άλλοι μικρότεροι. Όσον αφορά την πλοκή, μπορεί να μην ήταν εντυπωσιακή ή εξαιρετικά πολύπλοκη όπως στα προηγούμενα βιβλία της σειράς, αλλά ήταν τόσο περίπλοκη όσο θα μπορούσε να είναι σε μια ιστορία φανταστικής ταυτότητας η οποία καλείται να διαδραματιστεί σε μια θεατρική σκηνή που περιορίζει τις δυνατότητες. Ακόμα κι αυτά που διάβασα -και φαντάστηκα- μου φαίνονται υπερβολικά δύσκολα να εκτελεστούν στην θεατρική τους πράξη, και ομολογώ πως θα ήθελα σαν τρελή να δω την εν λόγω παράσταση. Οι διάλογοι είναι ζωντανοί, φρέσκοι, ρεαλιστικοί, ενώ διακρίνονται από το βρετανικό αλλά και ιδιαίτερο χιούμορ της Rowling, που έρχεται πολλές φορές σε σύγκρουση με την ευαισθησία και την συγκίνηση που αβίαστα καταφέρνει να σου προκαλέσει. Και ναι, συγκινήθηκα πολλές φορές και δεν ντρέπομαι να το πω.

Για το τέλος άφησα τους χαρακτήρες κι αυτό γιατί ίσως είναι, στην πραγματικότητα, το πιο δύσκολο πράγμα που θα είχε να κάνει κανείς, εφόσον αποφάσιζε να γράψει μια συνέχεια της ιστορίας τους, δεκαεννέα χρόνια αργότερα. Εμείς τους γνωρίσαμε στην προεφηβεία τους και πορευτήκαμε μαζί τους μέχρι τα πρώιμα στάδια της ενηλικίωσής τους. Σε αυτό το διάστημα, κάθε άνθρωπος, διαπλάθει χαρακτήρα, αλλά όσο μεγαλώνει, ορισμένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του μπορεί ν’ αλλάξουν δεδομένων των συνθηκών που αντιμετωπίζει, ενώ κάποια άλλα, απλά διογκώνονται κι αποκτούν άλλη διάσταση. Κάτι τέτοιο θεωρώ πως συνέβη και στην προκειμένη περίπτωση. Οι ήρωές μας δεν άλλαξαν! Μεγάλωσαν και χειρίζονται καταστάσεις ως μεσήλικες και όχι ως παιδιά, αν και για να είμαστε ειλικρινείς, παιδιά με την κλασσική έννοια του όρου, δεν υπήρξαν ποτέ. Είναι λογικό, σ’ έναν βαθμό, να μας ξενίζει κάτι τέτοιο, αλλά από την άλλη, έτσι είναι η ζωή και έτσι ακριβώς είναι και οι άνθρωποι. Το ίδιο κι εμείς!

Το πραγματικά σημαντικό είναι πως η όγδοη αυτή ιστορία του Χάρι Πότερ μπορεί να διαφέρει ως γραφή και ύφος απ’ αυτό που μας είχε συνηθίσει η Rowling, αλλά στον πυρήνα της, πραγματεύεται ακριβώς τα ίδια θέματα. Την αγάπη, τη φιλία, την αξία της οικογένειας, την πίστη σ’ έναν σκοπό για να επιτευχθεί ένας στόχος. Το ξέρω πολύ καλά πως δεν μπορώ να είμαι απόλυτα αντικειμενική, δεδομένης της αγάπης μου στον Χάρι και τον κόσμο του, αλλά ειλικρινά, όχι μόνο δεν με δυσαρέστησε αυτή η συνέχεια αλλά αντίθετα, με συγκίνησε και γέννησε μέσα μου παρόμοια συναισθήματα με εκείνα που είχα νιώσει τότε, όταν με αγωνία διάβαζα κάθε νέα περιπέτεια του μικρού μάγου που έμελλε να με σημαδέψει και να μείνει αλησμόνητη στην καρδιά και το μυαλό μου για χιλιάδες λόγους. Όσοι είστε έτοιμοι, λοιπόν, να την διαβάσετε ως αυτό που πραγματικά είναι, και αν την αποδεχτείτε, κάντε το, και πιστεύω πως στο τέλος θα πείτε πως άξιζε τον κόπο.

Το θεατρικό έργο (έκδοση σεναρίου πρόβας) Ο Χάρι Πότερ και το καταραμένο παιδί, του Τζακ Θορν, βασισμένο σε πρωτότυπη ιστορία από τους Τζ. Κ. Ρόουλινγκ, Τζον Τίφανι και Τζακ Θορν, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός.