Κυκλοφόρησαν από τις Εκδόσεις Άγρα τα τέσσερα νέα τεύχη της βιβλιοφιλικής σειράς Ο Άτακτος Λαγός. Μικρά κείμενα, πάντα αυτοτελή και όχι αποσπάσματα, μικρά διαμάντια του λόγου σε σπουδαίες μεταφράσεις. Ανάμεσα σε αυτά και Ο κλεπτομανής μεταφραστής του Deszo Kosztolanyi.

 

[…] Αντιλαμβάνεστε τι είχε κάμει ο δυστυχής συνάδελφός μας, ο συγγραφέας αυτός που πάντως άξιζε καλύτερη τύχη; Είχε απλούστατα κλέψει τα οικογενειακά κοσμήματα της κόμισσας Ελεωνόρας και είχε απογυμνώσει με μια ελαφρότητα επίσης ασυγχώρητη τον κόμη Βιτσισλάβ, που όμως ήταν τόσο συμπαθητικός, από τις χίλιες πεντακόσιες λίρες του αφήνοντάς του μόνο εκατόν πενήντα, είχε βουτήξει δύο από τους τέσσερις κρυστάλλινους πολυελαίους της αίθουσας του χορού και είχε υπεξαιρέσει εικοσιτέσσερα από τα τριανταέξι παράθυρα του παλαιού πύργου που είχε διασωθεί από τόσες καταιγίδες. Με είχε πιάσει ζάλη. […] Σε όλα τα μέρη από όπου είχε περάσει η πένα του, ο μεταφραστής είχε προξενήσει ζημιά στα πρόσωπα, και μάλιστα αμέσως μόλις είχε κάμει τη γνωριμία τους, και, χωρίς να λογαριάζει κανένα αγαθό, κινητό ή ακίνητο, είχε προσβάλει τον αδιαμφισβήτητο, σχεδόν ιερό, χαρακτήρα της ατομικής ιδιοκτησίας. Εργαζόταν με διάφορους τρόπους. Τις περισσότερες φορές πράγματα αξίας γίνονταν άφαντα χωρίς ν’ αφήσουν ίχνη.

Από κείνα τα χαλιά, από κείνα τα χρηματοκιβώτια, από κείνα τα χρυσαφικά τα προορισμένα να αποκαλύψουν το λογοτεχνικό επίπεδο του αγγλικού πρωτοτύπου, δεν έβρισκα στο ουγγρικό κείμενο ούτε ίχνος.

 

[…] Αλλά από όλες τις περιπτώσεις, εκείνο που για μένα ήταν σαφώς μια απόδειξη κακής πίστης και ασυνειδησίας – ήταν ότι του συνέβαινε συχνά να ανταλλάσσει τα ευγενή μέταλλα και τις πολύτιμες πέτρες με υλικά ευτελή και χωρίς αξία, την πλατίνα με τον λευκοσίδηρο, τον χρυσό με τον μπρούντζο, το αληθινό διαμάντι με το ψεύτικο ή με κάποιο γυάλινο κατασκεύασμα. […]

 

Μια εξαιρετικά πρωτότυπη και διασκεδαστική ιστορία από τον κόσμο της γραφής και της μετάφρασης, με αφηγητή τον Κορνέλ Έστι, τον αγαπημένο ήρωα του Ούγγρου συγγραφέα και μεταφραστή έργων του Σαίξπηρ, του Μπωντλαίρ, του Ρίλκε και του Βαλερύ στα ουγγρικά πριν από τον πόλεμο.