Το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών παρουσιάζει τον Αχιλλέα Γουάστωρ σε ένα ρεσιτάλ πιάνου με σονάτες

για πιάνο του Μπετόβεν την Τετάρτη 30 Ιανουαρίου στις ώρα 20:30.

Το αφιέρωμα στις σονάτες του Λούντιβιχ βαν Μπετόβεν (1770-1827) συνεχίζεται την Τετάρτη 30 Ιανουαρίου (ώρα: 20.30) στην  Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος με το ρεσιτάλ του Αχιλλέα Γουάστωρ που προτείνει στο πρόγραμμά του τις Σονάτες αρ. 6, 18 και 20. Θα ερμηνεύσει επίσης τη μεταγραφή για πιάνο από τον Φραντς Λιστ (1811-1886) της Εβδόμης Συμφωνίας του λαμπρού Γερμανού μουσουργού, καθώς στόχος του αφιερώματος είναι το κοινό, μέσα από έργα μεταγενέστερων δημιουργών του Μπετόβεν, να ανακαλύψει την καθοριστική επιρροή που άσκησε ο μεγάλος κλασικιστής συνθέτης στους ομότεχνούς του.

Οι σονάτες αρ. 6, 18 και 20
 

Ο Μπετόβεν συνέθεσε τη Σονάτα αρ. 6 σε φα μείζονα, έργο 10/2 κατά τη διετία 1796-1798 και την αφιέρωσε στην Κόμισσα Anne Margarete von Browne. Το έργο αποτελείται από τρία μέρη. Κάποιες από τις υπέροχες παιγνιώδεις και λυρικές μελωδίες του δεύτερου μέρους παραπέμπουν σε μουσικά θέματα του τρίτου μέρους της Πρώτης Συμφωνίας.

Η τετραμερής Σονάτα αρ. 18 σε μι ύφεση μείζονα, έργο 31/3, η επονομαζόμενη «Το κυνήγι», χρονολογείται στα 1802. Αποτελείται από τα μέρη Allegro, Scherzo-Allegretto vivace, Menuetto-Moderato e grazioso και Presto con fuoco, αλλά η συγκεκριμένη δομή είναι μάλλον ασυνήθης για την εποχή του Κλασικισμού και του Ρομαντισμού, καθώς η εν λόγω σονάτα δεν έχει αργό μέρος, ως όφειλε κατά τα «δομικά ειωθότα» εκείνης της περιόδου. Έτσι, το αργό μέρος έχει αντικατασταθεί από ένα Scherzo, το οποίο ακολουθείται από ένα μενουέτο και κλείνει με ένα ζωηρότατο φινάλε.

Η Σονάτα αρ. 20 σε σολ μείζονα, έργο 49/2, εκδόθηκε μαζί με τη Σονάτα αρ. 19 το 1805, αλλά γράφτηκε πολύ νωρίτερα. Και οι δύο επονομάζονται Ελαφρές ή Εύκολες Σονάτες επειδή ο Μπετόβεν τις συνέθεσε για να τις δωρίσει σε φίλους του ή να τις δώσει σε μαθητές του. Και οι δύο είναι σύντομης διάρκειας (περί τα 8 λεπτά), και ο δημιουργός τους δίσταζε να τις δημοσιεύσει επειδή δεν τις έκρινε αξιόλογες, γεγονός που συνέβαινε συχνά με πολλές παρτιτούρες του τις οποίες εν τέλει κατέστρεφε ο ίδιος. Οι σονάτες αυτές, πάντως, εκδόθηκαν παρά τη θέλησή του Μπετόβεν, κατόπιν της σωτήριας διαμεσολάβησης του αδελφού του Κάσπαρ. Η Σονάτα αρ. 20, έργο 49, αρ. 2 σε σολ μείζονα είναι διμερής και θεωρείται ως μία από τις λιγότερο περίπλοκες του συνθέτη. Γνωστό είναι το θέμα του δεύτερου μέρους, του μενουέτου, η μελωδία του οποίου επανεμφανίζεται στο μεταγενέστερο Σεπτέτο σε μι ύφεση μείζονα.

Ο Φραντς Λιστ εκτός του ότι ανήκει στο πάνθεον των σπουδαιότερων βιρτουόζων του πιάνου όλων των εποχών, υπήρξε επίσης μαέστρος, μουσικός παιδαγωγός και συνθέτης. Θεωρείται ένας από τους επιφανέστερους εκπροσώπους της «Νέας Γερμανικής Σχολής». Μέσα από το έργο του προήγαγε σε υψηλότατο επίπεδο τις δεξιοτεχνικές απαιτήσεις του πιανιστικού ρεπερτορίου, το εμπλούτισε σημαντικά με νέες δημιουργίες και διέδωσε το έργο προγενέστερων και συγχρόνων ομότεχνών του διασκευάζοντας και κυρίως μεταγράφοντας με ευφάνταστο και ιδιαιτέρως καλαίσθητο τρόπο συνθέσεις τους για σόλο όργανα, ορχήστρα ή ακόμα και εκτενή αποσπάσματα από όπερές τους. Χάρη στον περιζήτητο συνθέτη και σολίστ, ο οποίος ερμήνευε ο ίδιος τις μεταγραφές του περιδιαβαίνοντας ολόκληρη την Ευρώπη στο πλαίσιο των περίφημων περιοδειών του, έγιναν ευρύτερα γνωστά τα έργα των Μπελλίνι, Ντονιτσέττι, Βέρντι, Γκουνό, Μότσαρτ και άλλων. Ο Ούγγρος κοσμοπολίτης δεξιοτέχνης, περί τα μέσα του 19ου αιώνα, συνέβαλε τα μέγιστα στην αναβίωση του συμφωνικού έργου του Μπετόβεν, το οποίο τότε δεν παρουσιαζόταν συχνά για πρακτικούς λόγους (δεν υπήρχαν οργανωμένες ορχήστρες όπως στις μέρες μας). Η μεταγραφή για πιάνο της Έβδομης Συμφωνίας, έργο 92 ανάγεται στα 1837, οπότε ο Λιστ μετέγραψε επίσης τις Συμφωνίες αρ. 5, 6 και 7, ενώ το Πένθιμο εμβατήριο της Τρίτης Συμφωνίας του Μπετόβεν μεταγράφηκε τέσσερα χρόνια αργότερα. Σύμφωνα με τους μελετητές του έργου του, ο Φραντς Λιστ αναθεώρησε αρκετές φορές τις παρτιτούρες των «μπετοβενικών» μεταγραφών του εωσότου καταλήξει στην τελική τους μορφή. Εκτός των συμφωνιών του Μπετόβεν, ασχολήθηκε επίσης με Λήντερ του, κοντσέρτα για πιάνο, κουαρτέτα για έγχορδα, ουβερτούρες και άλλα έργα, τα οποία μετέγραψε είτε για σόλο πιάνο είτε για δύο πιάνα ή ακόμη και για τέσσερα χέρια.

Ο Αχιλλέας Γουάστωρ γεννήθηκε στην Αθήνα το 1973. Σπούδασε πιάνο στο Ωδείο Αθηνών από όπου πήρε δίπλωμα πιάνου το 1996 με πρώτο βραβείο παμψηφεί και τιμητική διάκριση. Στη συνέχεια, παρακολούθησε μαθήματα με τον Vladimir Kraniev στο Αννόβερο. Έχει δώσει πολλά ρεσιτάλ ερμηνεύοντας έργα από το κλασικό ως το σύγχρονο ρεπερτόριο, καθώς και έργα Ελλήνων συνθετών (έχει ηχογραφήσει το σύνολο των έργων για πιάνο του Δημήτρη Μαχαιρίτσα). Εδώ και πέντε χρόνια, συνεργάζεται με τη μεσόφωνο Αγνή Μπάλτσα με την οποία έχουν δώσει σειρά συναυλιών στην Αυστρία, την Γερμανία και την Ελβετία. Ως σολίστ, ο Αχιλλέας Γουάστωρ έχει συμπράξει με τις Συμφωνικές Ορχήστρες της Ε.Ρ.Τ. και του Δήμου Αθηναίων. Από το 1997 είναι μέλος της Κρατικής Ορχήστρας Ελληνικής Μουσικής (Κ.Ο.Ε.Μ.).