«Έχοντας ως πρωταρχικό μου σκοπό να βγάλω τη νύχτα και επιδιώκοντας να τον επιτύχω, ανέπτυξα σχέσεις συμπάθειας με ανθρώπους που κάθε νύχτα, όλο τον χρόνο, είχαν μονάχα αυτό τον σκοπό, και κανέναν άλλο». Ο Τσαρλς Ντίκενς, βάζει τον μανδύα του επιθεωρητή και του δημοσιογράφου, του παρατηρητή και του περιπλανητή και περιδιαβαίνει τους δρόμους και τις περιοχές του Λονδίνου, τις πιο μύχιες και ανεξερεύνητες, για να καταγράψει σε αυτούς τους περιπάτους του την κρυφή ζωή ενός άγνωστου Λονδίνου. Εκεί δηλαδή που μικρά παιδιά βιώνουν δύσκολες συνθήκες και παλεύουν για ένα κομμάτι ψωμί, εκεί που διάφορα αποβράσματα της νυχτερινής ζωής αναμετρώνται σε «μάχες» επιβίωσης υπό το πρίσμα σκοτεινών δράσεων και μιας αστυνομίας που άλλοτε βλέπει και άλλοτε παραβλέπει, εκεί που τα στοιχήματα και ο παράνομος τζόγος δίνουν και παίρνουν υπό τα βλέμματα αδίστακτων περαστικών, έτοιμων για όλα. Η Κατερίνα Σχινά, μεταφράστρια και επιμελήτρια της σύντομης αλλά διαφωτιστικής εισαγωγής του βιβλίου αναφέρει χαρακτηριστικά: «Ήταν αναμφίλεκτα ο μυθιστοριογράφος του αιώνα του. Απεικόνισε τη σύγχρονη ζωή με τρόπο που θα επιτρέψει στις επερχόμενες γενιές να διαβάσουν, ακόμη πιο καθαρά απ’ ότι στα αποκόμματα των εφημερίδων, τον χαρακτήρα της ζωής τον 19ο αιώνα».

Ο συγγραφέας του Όλιβερ Τουίστ, των Μεγάλων προσδοκιών και άλλων εμβληματικών μυθιστορημάτων που τον κατέστησαν ορόσημο για την παγκόσμια λογοτεχνία, εδώ σκιαγραφεί όλα αυτά που ο ίδιος βίωσε και θέλησε να μοιραστεί ως μάρτυρας ενός Λονδίνου που στην εποχή του άκμαζε αλλά πίσω από την κουρτίνα που ο κοινός θεατής δεν μπορούσε να δει, παρήκμαζε. Ο ίδιος πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια και βρήκε διαφυγή στην δημοσιογραφία και τις εφημερίδες όπου θήτευσε για να μπορέσει να ορθοποδήσει οικονομικά και να βρει ένα κάποιο καταφύγιο για την ψυχή του. Όπως μαθαίνουμε από την εισαγωγή του βιβλίου, ο Ντίκενς υπέφερε σε μέγιστο βαθμό από αϋπνίες, οι οποίες τον κρατούσαν ξάγρυπνο και «βρίσκει σε αυτές τις περιπλανήσεις το καταπραϋντικό του». Δεν φείδεται λόγων και τολμά να περιγράψει με κάθε ανατριχιαστική λεπτομέρεια κάθε είδους εγκληματική ή άναρχη δραστηριότητα στα σοκάκια της μεγαλούπολης, εκεί που η ομορφιά συναντά την ασχήμια. Εξάλλου, πολλά στοιχεία και πολλά πρόσωπα από αυτές τις μικρές αλλά τόσο πλούσιες ιστορίες θα τα βρούμε να πρωταγωνιστούν και σε βιβλία όπως «Η ζωή και οι περιπέτειες του Νικόλας Νίκελμπι» ή «Ιστορία δύο πόλεων». Ο ποιητής Τόμας Έλιοτ έγραφε για τον Ντίκενς: «Οι ήρωες του Ντίκενς ανήκουν στην ποίηση όπως τα πρόσωπα στον Δάντη ή στον Σαίξπηρ ͘ γιατί μία και μόνη φράση, δική τους ή σχετικά με αυτά, είναι αρκετή για να τους ενσαρκώσει ολοζώντανα μπροστά μας».

Η φτώχεια, τα βάσανα, η καθημερινότητα των απλών ανθρώπων, η άδικη εκμετάλλευση των ορφανών, οι περιπολίες των αστυφυλάκων που κάνουν τα στραβά μάτια και άλλα γεγονότα και συμβάντα που συμβαίνουν στα παρασκήνια συγκίνησαν τον Ντίκενς που ασκεί κριτική σε ένα Λονδίνο που οφείλει να γίνει πιο ανθρώπινο, πιο συγκαταβατικό, πιο φιλικό και πιο ευγενές για τους ανθρώπους του. Ευαίσθητη ψυχή και ο ίδιος αδυνατεί να αποδεχτεί όλη αυτή την δύστυχη και θλιβερή πραγματικότητα και με την γραφή του είναι σαφές πως βρίσκει μία ευκαιρία τόσο να εκφράσει ο ίδιος όλα αυτά που διαπιστώνει αλλά να προσπαθήσει να συνδράμει στην βελτίωση των συνθηκών που επικρατούσαν την εποχή εκείνη. Λειτουργεί κατά κάποιο τρόπο ιεραποστολικά και σταυροφορικά χωρίς να περιμένει και πολλά από αυτή του την αποστολή. Η πένα του είναι σκωπτική και πολλές φορές ειρωνική εκτός από αναμφίβολα διεισδυτική ενώ η ακρίβεια των περιγραφών του εκτός από την διάσταση αλήθειας που ενέχουν, προσφέρουν στον αναγνώστη ένα μεγαλείο από έναν μοναδικό δημιουργό και ράφτη φράσεων. Ο επίσης κορυφαίος Τζ. Κ. Τσέστερτον, συγγραφέας του βιβλίου «Η λέσχη των αλλόκοτων επαγγελμάτων» αναφέρει σχετικά με τον Ντίκενς: «Ήταν ένα παιδί που ονειροπολούσε, αναλογιζόμενο πάνω απ’ όλα τις θλιβερές προσωπικές προοπτικές του. Περπατούσε στο σκοτάδι κάτω απ’ τα φανάρια του Χόλμπορν και σήκωνε τα μάτια στον σταυρό της Τσάρινγκ Κρος» {…}. Ο Ντίκενς δεν αποτύπωσε στον νου του αυτά τα μέρη ͘ αποτύπωσε σ’ αυτά τα μέρη τον νου του».

«Έχοντας ως πρωταρχικό μου σκοπό να βγάλω τη νύχτα και επιδιώκοντας να τον επιτύχω, ανέπτυξα σχέσεις συμπάθειας με ανθρώπους που κάθε νύχτα, όλο τον χρόνο, είχαν μονάχα αυτό τον σκοπό, και κανέναν άλλο».

«Ό,τι μας διδάσκει η εμπειρία του πεζοδρομίου για τη νύχτα, το ίδιο μάς διδάσκει και για τη μέρα ͘ ο απλός άνθρωπος που αναπάντεχα θα βρεθεί με λίγα παραπάνω χρήματα στα χέρια του, αναπάντεχα θα βρεθεί και με λίγο παραπάνω αλκοόλ στην κοιλιά του».


Το βιβλίο του Τσαρλς Ντίκενς, Νυχτερινοί Περίπατοι, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος.