Το Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου, είναι ένας κινηματογραφικός θεσμός που κάθε φθινόπωρο φέρνει την Αθήνα πλήθος εξαιρετικών ευρωπαϊκών ταινιών. Φέτος μάλιστα, κλείνει τα τριάντα χρόνια δυναμικής παρουσίας. Τριάντα χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων οι θεατές ήρθαν σε επαφή με πασίγνωστα, αλλά και «κρυφά» διαμάντια της έβδομης τέχνης.

Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ, Νίνος Μικελίδης, μας μιλά για την επετειακή διοργάνωση, αναφέρεται στη συμβολή του φεστιβάλ ως προς την ευρύτερη γνωριμία  με το ευρωπαϊκό σινεμά, ενώ παραθέτει μια άτυπη προσωπική λίστα με τις καλύτερες ταινίες που έχουν προβληθεί στο Πανόραμα!


– Φέτος το Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου ολοκληρώνει τριάντα χρόνια παρουσίας! Θέλετε να μας αναφέρετε τι περιλαμβάνει αυτή η επετειακή διοργάνωση;

Εκτός από το ετήσιο διαγωνιστικό πρόγραμμα νέων Ευρωπαϊκών ταινιών που δεν έχουν αγοραστεί από Έλληνες διανομείς, το φετινό πρόγραμμα περιλαμβάνει μια ρετροσπεκτίβα των έργων του μεγάλου Ιταλού δημιουργού Λουκίνο Βισκόντι (με αρκετές αποκατεστημένες κόπιες των ταινιών του), που θα δώσει την ευκαιρία στους νέους σινεφίλ, αλλά και τους νεότερους κριτικούς και μελετητές του έργου του να επανεξετάσουν το πάντα συναρπαστικό και πλούσιο σε θέματα έργο του – πρόγραμμα πρέπει να αναφέρω που συνοδεύεται και με ένα βιβλίο, όπου κριτικοί, μέλη της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών (ΠΕΚΚ) αναλύουν με εκτενή κείμενά τους το έργο του. Στο πρόγραμμα και ένα μικρό αφιέρωμα, με ταινίες που βραβεύτηκαν από την Ευρωπαϊκή Ακαδημία Κινηματογράφου (EFA), που, όπως και το Πανόραμα, γιορτάζει φέτος τα 30 της χρόνια, και με τον διάσημο Πολωνό σκηνοθέτη Κριστόφ Ζανούσι, μέλος τη ΔΣ της Ακαδημίας, να γιορτάζει μαζί μας τα 30 αυτά, τόσο δημιουργικά χρόνια (και να παραδίδει και master class).

Ακόμη, σε συνεργασία με την ΠΕΚΚ παρουσιάζουμε και ένα πρόγραμμα με τον τίτλο “Η γοητεία του μαυρόασπρου στον κινηματογράφο” με ελληνικές και ευρωπαϊκές ταινίες που γυρίστηκαν σε μαυρόασπρο φιλμ στη διάρκεια των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών παρόλο που ο παγκόσμιος κινηματογράφος έχει στραφεί αποκλειστικά στο έγχρωμο φιλμ – με αφορμή το αφιέρωμα αυτό εγκαινιάζεται και έκθεση με 7 νέους Έλληνες εικαστικούς, με την επιμέλεια του καθηγητή της Σχολής Καλών Τεχνών, Γιάννη Ψυχοπαιδη, να εκθέτουν έργα εμπνευσμένα από το μαυρόασπρο στο σινεμά (στην γκαλερί STOArt, στη Στοά Κοραή, από 10 Οκτωβρίου μέχρι και 9 Νοεμβρίου). Τελευταίο, και ένα από τα καλύτερα, η προβολή της αριστουργηματικής βουβής ταινίας ΜΙΣΑΛΛΟΔΟΞΙΑ (1916) του Ντέιβιντ Γουόρικ Γκρίφιθ, με συνοδεία ζωντανής μουσικής στο Μέγαρο Μουσικής, στις 7.30 μ.μ., την Τετάρτη 18 Οκτωβρίου.

– Αν έπρεπε να συστήσετε ιδιαίτερα κάποιες από τις προβολές του φετινού Πανοράματος, ποιες θα ήταν αυτές;

Θα πρότεινα οποιοδήποτε έργο του Βισκόντι (με ξεχωριστή αναφορά στο πάντα κοντά στην καρδιά μου,  “Ο Ρόκο και τα αδέρφια του”), τη “Μισαλλοδοξία” του Γκρίφιθ που προβάλλεται στην πρωτότυπη μορφή της, με τα διάφορα χρωματιστά φίλτρα, όπως προβαλλόταν την εποχή του Βωβού, το “Juha” του Άκι Καουρισμάκι (στο τμήμα “Η γοητεία του μαυρόασπρου”) που προβάλλεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, και σε μερικές από τις ταινίες του διαγωνιστικού, ανάμεσα τους τη ρώσικη “Αρρυθμία” του Μπόρις Χλέμπνικοφ, “Without Name” (Χωρίς όνομα) του Ιρλανδού Λόργκαν Φίνεγκαν και την Ελληνική “Lines” του Βασίλη Μαζωμένου.

– Δεδομένου ότι εκτός από ιδρυτής του συγκεκριμένου φεστιβάλ, είστε και μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου, πώς βλέπετε όλα αυτά τα χρόνια να μεταβάλλονται οι δημιουργικοί πυρήνες και οι αναζητήσεις των Ευρωπαίων κινηματογραφιστών;

Υπάρχουν αναμφισβήτητα σημαντικές μεταβολές τόσο από θεματικής, όσο και από καλλιτεχνικής πλευράς: οι νέες τεχνολογίες έχουν σίγουρα αλλάξει σημαντικά το τοπίο τόσο από πλευράς γυρισμάτων όσο και από πλευράς προβολής, ενώ οι κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές απασχολούν με διάφορους τρόπους τους δημιουργούς, όχι απλά άμεσα αλλά ακόμη και μέσα από προσωπικά, υπαρξιακά, επιφανειακά κλειστά, θέματα. Η παρουσία βέβαια της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας όσο και των διάφορων φεστιβάλ – και χαίρομαι ιδιαίτερα να το τονίζω, και αυτό του Πανοράματος – συνέβαλαν, το καθένα με το δικό του τρόπο, στην περαιτέρω προώθηση του ευρωπαϊκού κινηματογράφου καθώς και τη γνωριμία του, κλασικού και νέου, με τις καινούργιες γενιές.

– Βλέπουμε πως πλέον εμφανίζονται στο «χάρτη» συνεχώς νέα κινηματογραφικά φεστιβάλ με ποικίλο περιεχόμενο. Τι κατά τη γνώμη σας πρέπει να χαρακτηρίζει μία διοργάνωση ώστε να καταφέρει να γίνει «θεσμός»;

Νέα, συχνά μικρά σε εμβέλεια, φεστιβάλ που επιδιώκουν να ονομάζονται Διεθνή, δεν προσφέρουν στην πραγματικότητα τίποτα το καινούριο ή το συναρπαστικό, μια και αποτελούνται από ταινίες (βασικά αμερικανικές που θα πλημμυρίσουν στη συνέχεια τις ελεγχόμενες από τους μεγάλους διανομείς αίθουσες) που έχουν ήδη προβληθεί σε όλα τα άλλα  διεθνή και μεγάλα φεστιβάλ.

Εκείνο που χρειάζεται σήμερα ο θεατής είναι κάτι το διαφορετικό. Όπως για παράδειγμα μια στροφή στον ευρωπαϊκό κινηματογράφο (αυτό που κάνει εδώ και 30 χρόνια το Πανόραμα), κινηματογράφο, τον οποίο τα μπλοκ μπάστερ και οι συνηθισμένες εμπορικές αμερικανικές ταινίες, με τη σχεδόν αποκλειστική κατάληψη των αιθουσών, έχουν περιορίσει σε λιγοστές, μικρές αίθουσες τέχνης.

Στροφή, ακόμη, θα έλεγα χρειάζεται θεματική, με τα φεστιβάλ να εστιάζουν σε είδη, όπως ο φανταστικός κινηματογράφος, το ντοκιμαντέρ, οι ταινίες μικρού μήκους, ο μεσογειακός κινηματογράφος, ο πολιτικός κινηματογράφος, ο Βωβός κινηματογράφος, ο ανεξάρτητος αμερικανικός κινηματογράφος, καθώς και φεστιβάλ ταινιών τρίτου κόσμου (να σημειώσω πως πολλά από αυτά ήδη λειτουργούν), με τα οποία να δείξουμε ένα άλλο πρόσωπο του σινεμά από αυτό που μπορούμε να δούμε καθημερινά στις αίθουσες (ή και με αλλά μέσα), και που να εστιάζεται στον άνθρωπο και τα προβλήματά του, αλλά και να μην αγνοεί την παράδοση και όσους πρόσφεραν στην εξέλιξη αυτής της τέχνης.

– Πώς θα κρίνατε την ελληνική κινηματογραφική παραγωγή σε σχέση με το ευρύτερο, ευρωπαϊκό κινηματογραφικό τοπίο;

Η ελληνική παραγωγή έχει εξελιχθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, όσο και οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές κινηματογραφίες, εστιάζοντας, όπως και στο μεγαλύτερο τμήμα της στο παρελθόν, σε επίκαιρα θέματα που απασχολούν την κοινωνία μας, εκμεταλλευόμενη όσο της επιτρέπει η οικονομική κρίση, τα διάφορα σύγχρονα μέσα και τις νέες τεχνολογίες, για να εκφράσει τους προβληματισμούς και τις σκέψεις της, πάντα με επίκεντρο τον άνθρωπο και όχι τα εφέ και διάφορα άλλα εξωραϊστικά στοιχεία που δεν έχουν καμία σχέση μ’ αυτόν.

– Εσείς προσωπικά έχετε στο ενεργητικό σας εκτός από πλούσια αρθρογραφία περί των κινηματογραφικών και μία μικρού μήκους ταινία. Μπήκατε στον «πειρασμό» να σκηνοθετήσετε κάτι τα τελευταία χρόνια;

Όχι, δεν θα το έλεγα, αν και στο παρελθόν ασχολήθηκα με δυο άλλες μικρού μήκους ταινίες, μια με θέμα τις Κινηματογραφικές Λέσχες στο “Μονόγραμμα” της ΕΡΤ και μια μικρού μήκους με τον τίτλο ¨Καμία φορά την Κυριακή”. Εκεί που μπαίνω στον πειρασμό τα τελευταία χρόνια είναι να γράφω (και να εκδίδω, όταν βρίσκω εκδότη) ποιήματα και άλλα λογοτεχνικά έργα.

–  Τι μπορεί να περιμένει το ελληνικό σινεφίλ κοινό από τις μελλοντικές διοργανώσεις του Πανοράματος;

Την παρουσίαση όσο το δυνατό περισσότερων ευρωπαϊκών ταινιών που, τις πιο πολλές φορές και παρά την καλλιτεχνική αξία τους, δεν βρίσκουν χώρο στις αίθουσες, αλλά και τα αφιερώματα σε δημιουργούς και θέματα (όχι μόνο ευρωπαϊκά αλλά και παγκόσμια, όπως έχουμε αποδείξει και στο παρελθόν), που κανονικά έπρεπε να είναι η δουλειά μιας Ταινιοθήκης, και που πολλά φεστιβάλ, μαζί και το Πανόραμα, έχουν αναλάβει να αντικαταστήσουν.

– Κλείνοντας αυτήν την συνέντευξη, θα ήθελα να μας αναφέρετε ενδεικτικά πέντε από τις καλύτερες – κατά τη γνώμη σας – ευρωπαϊκές ταινίες που προβλήθηκαν κατά τη διάρκεια των 30 χρόνων του Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου.

Πολύ δύσκολη ερώτηση μια και οι πολύ καλές ταινίες (μαζί και πολλά αριστουργήματα) που παρουσιάσαμε είναι πάμπολλα. Φτάνει να αναφέρω το αφιέρωμα στον Αντονιόνι που ήταν από τις μεγάλες επιτυχίες του Πανοράματος ή τη βουβή ταινία “Εκβιασμός” του Χίτσκοκ που προβάλαμε στο “Παλλάς” με ζωντανή μουσική από βρετανικό συγκρότημα. Όσο για νέες ταινίες που πρωτο-προβάλαμε στο Διαγωνιστικό Τμήμα, από όσες θυμάμαι, θα ανέφερα το “Juha” του Άκι Καουρισμάκι και το “Riff Raff” του Κεν Λόουτς (δυο ταινίες που προβάλλουμε και φέτος και που, παραδόξως, δεν είχαν ποτέ ελληνική διανομή), “Καλημέρα νύχτα” του Μάρκο Μπελόκιο, “Όχι στο στόμα” του Αλέν Ρενέ και “Corn Island” του Γκεόργκι Οβασβίλι.


Διαβάστε επίσης:

30ο Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου