Στην πολυετή ενασχόλησή μου με το παιδικό τραγούδι, είχα την ευκαιρία να προβληματιστώ πάνω σε διάφορα σχετικά θέματα, να αναρωτηθώ, να συζητήσω, να ψάξω απαντήσεις. Οριστικές λύσεις δεν βρήκα. Ελπίζω όμως οι παρακάτω σκέψεις να είναι χρήσιμες στην αναζήτησή τους.

Πόσο σαφή είναι τα όρια ανάμεσα στα τραγούδια για παιδιά και για ενήλικες; Από την εποχή που έγραφα τραγούδια για τη Λιλιπούπολη, κατάλαβα ότι αν ένα τραγούδι δεν είναι καλό για τους μεγάλους, δεν μπορεί να είναι καλό για τα παιδιά.

Άλλωστε τα παιδιά άκουγαν ανέκαθεν τα τραγούδια που άκουγαν και οι μεγάλοι. Το ίδιο γινόταν και με τα παραμύθια, και μην ξεχνάμε ότι οι παραμυθάδες ήταν συχνά και τραγουδιστές, όπως οι ραψωδοί και οι τροβαδούροι που επιβιώνουν ως σήμερα. Βέβαια, στους μύθους και στα παραμύθια, η κάθε ηλικία αντιλαμβανόταν ένα διαφορετικό επίπεδο της αφήγησης, παίρνοντας αυτό που της αντιστοιχούσε. Ίσως ούτε οι μεγάλοι κατανοούσαν απαραίτητα όλα τα σύμβολα και τα βαθύτερα νοήματα του παραμυθιού. Ή μήπως όλοι, μεγάλοι και μικροί, “ένιωθαν” το παραμύθι προσεγγίζοντάς το όχι μέσα από τη λογική αλλά μέσα από το ένστικτο και τη συλλογική μνήμη; [Κι ακόμα, τα παραμύθια του Άντερσεν ή ο «Μικρός Πρίγκιπας» είναι μόνο για παιδιά;] Με τον καιρό τα παραμύθια άλλαξαν χαρακτήρα και περιεχόμενο, και περιορίστηκαν αποκλειστικά στο παιδικό κοινό, καθώς οι μεγάλοι αποκόπηκαν απ’ αυτά βρίσκοντας νέους τρόπους ψυχαγωγίας. Μήπως, με την εποχή της εξειδίκευσης, περιορίστηκε και το παιδικό τραγούδι με τον ίδιο τρόπο και αυτονομήθηκε;

Αν διευρύνουμε τη ματιά μας στο χώρο της μουσικής γενικότερα, θα δούμε ότι τα όρια εκεί είναι πολύ λιγότερο ευδιάκριτα: Συναντάμε πληθώρα έργων γραμμένων για παιδιά, που όμως ακούγονται εξίσου και από τους μεγάλους, όπως βέβαια και το αντίστροφο. Εκπλησσόμαστε μάλιστα με το πόσο μπορεί ένα παιδί να αγαπήσει ένα κλασικό κομμάτι, ακόμα και “δύσκολο” για τα δικά μας αυτιά.
 

Σε μια εποχή που ο άνθρωπος έμαθε να καταναλώνει άκριτα τα καλά και τα κακά, τα σημαντικά και τα ασήμαντα, τα παιδιά, άοπλα μπροστά στην οθόνη της τηλεόρασης ή του υπολογιστή, έγιναν κέντρο εκμετάλλευσης που τρέφει τεράστιες αγορές. Δεν είναι τυχαίο ότι τώρα που η δισκογραφία ψυχορραγεί, οι μόνοι δίσκοι που επιβιώνουν  είναι εκείνοι για παιδιά. Τα περισσότερα όμως από τα αφελή και εύπεπτα τραγουδάκια που περιέχουν, είναι άραγε κατάλληλα για τα παιδιά; Μήπως τα υποτιμούμε και αποφασίζουμε εμείς αυθαίρετα τι είναι καλύτερο για εκείνα;

Και πόσο μπορούμε να εμπιστευθούμε τα κριτήρια των μεγάλων, γονέων και εκπαιδευτικών, κρίνοντας από τις δικές τους μουσικές επιλογές; Θέμα τεράστιο, θέμα παιδείας εν τέλει, στο οποίο έχουμε ακόμα πολύ δρόμο μπροστά μας…

Ξέρουμε πλέον όλοι πόσο κρίσιμη και καθοριστική για τη διαμόρφωση κριτηρίων είναι ηλικία της “αθωότητας”, όταν το μικρό παιδί είναι ανοιχτό στο να δεχτεί τα πάντα, σαν λευκό χαρτί. Η εξοικείωση με την καλή ποιότητα, την πολυμορφία, πρέπει να αρχίζει όσο το δυνατόν νωρίτερα, από την κυοφορία ει δυνατόν. Ας θυμηθούμε τα νανουρίσματα των γιαγιάδων μας.

Στο σχολείο πάλι, τα περισσότερα τραγούδια αντιμετωπίζουν το παιδί σαν «καθυστερημένο ενήλικα», όπως έλεγε κι ο Χατζιδάκις, υποτιμώντας το με τη μελωδική και στιχουργική απλοϊκότητά τους (πόσο εύκολα το απλό ταυτίζεται με το απλοϊκό…), ενώ από την άλλη αγνοούν τα ενδιαφέροντα, τις εμπειρίες και το υπαρκτό ακουστικό περιβάλλον του. Να γιατί απωθούν συνήθως τα παιδιά, που με το ένστικτό τους τα βλέπουν ως μέσο διαπαιδαγώγησης, για να μην πω χειραγώγησης, αν σκεφτώ διάφορα αφελή πατριωτικά και θρησκευτικά δείγματα του είδους…

Αντίθετα, όπως είχα συχνά την ευκαιρία να δω (σε ωδεία, σε σχολεία, στο θέατρο…), τα παιδιά χαίρονται να τραγουδούν τραγούδια που θεωρούνται “δύσκολα”, και τα μαθαίνουν με πολύ μεγαλύτερη ευκολία από την αναμενόμενη. Αρκεί να αγαπούν αυτό που τραγουδούν, κάτι που δεν είναι όσο θα έπρεπε αυτονόητο.

Μια ακόμα σκέψη: Τραγούδια για παιδιά δεν είναι μόνο αυτά που θα τα τραγουδήσουν, αλλά κι εκείνα που απλώς θ’ ακούσουν, όπως κι εμείς οι μεγάλοι, με σκοπό την αισθητική απόλαυση. Όσο σημαντική κι αν είναι η συμμετοχή, υπάρχουν φορές που η συγκίνηση μέσα από την ακρόαση είναι αξεπέραστη.

Τελικά, το ζητούμενο είναι κοινό τόσο για τα παιδιά όσο και για τους μεγάλους: η ποιότητα, ανεξάρτητα από ηλικίες και ετικέτες.

Δεν υπάρχει ένας διαφορετικός κόσμος για τα παιδιά, μοιραζόμαστε όλοι τον ίδιο κόσμο και την ίδια ζωή. Τα παιδιά μαθαίνουν τον κόσμο των μεγάλων μέσα από το τραγούδι, που λειτουργεί σαν γέφυρα επικοινωνίας. Βιάζονται να μεγαλώσουν, να μπουν στον κόσμο των μεγάλων, όπως οι μεγάλοι θέλουν να κρατήσουν “ζωντανό μέσα τους” το παιδί, να ξαναμπούν στον κόσμο των μικρών. Ας είναι το τραγούδι το μέσο που ενώνει τους δύο κόσμους, που μπορεί να κυκλοφορεί ελεύθερα ανάμεσά τους.

Info: Ο Νίκος Κυπουργός σπούδασε σύνθεση με τον Γιάννη A. Παπαϊωάννου και παράλληλα Nομικά και Πολιτικές Eπιστήμες στο Πανεπιστήμιο της Aθήνας. Συνέχισε τις μουσικές του σπουδές στο Παρίσι (σύνθεση στο Kονσερβατουάρ, Eθνομουσικολογία, Mουσική Παιδαγωγική).  Έχει γράψει μουσική σκηνική, ορχηστρική, φωνητική, δωματίου, μουσική γιά χορό, τραγούδια. Aσχολήθηκε ιδιαίτερα με τη μουσική για το θέατρο (Eθνικό, KΘBE, Θέατρο Tέχνης, Aμφιθέατρο,  Aνοιχτό Θέατρο, Nέα Σκηνή, Πόρτα, Εμπρός, Θέατρο του Νότου κ.α.) και για τον κινηματογράφο (σε περισσότερες από 60 ελληνικές και ξένες ταινίες), για την οποία τιμήθηκε με πολλά βραβεία στην Eλλάδα και στο εξωτερικό.

Για την πλήρη εργογραφία και δισκογραφία του: www.nikoskypourgos.com

Photo: Θανάσης Μπαξόπουλος