Ο Nicola Piovani λίγες ώρες πριν φτάσει στην Αθήνα μιλάει στο Culturenow.gr για την μουσική και τον κινηματογράφο, για το καθένα ξεχωριστά, αλλά και ως ένα πετυχημένο συνδυασμό των δύο.

CultureNow: Καλησπέρα αγαπητέ κύριε Piovani. Στις 17 του Μάη επισκέπτεστε την Ελλάδα για μια ξεχωριστή συναυλία στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, όπου θα μας παρουσιάσετε κάποιες από τις συνθέσεις που γράψατε για κάποιες από τις σπουδαιότερες ταινίες του παγκόσμιου κινηματογράφου. Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για το πρόγραμμα της συναυλίας;

Nicola Piovani: Το πρώτο μέρος της συναυλίας θα αφιερωθεί στην μουσική που συνέθεσα για τα φιλμ του Paolo e Vittorio Taviani, «Kaos», «La Notte di San Lorenz» και «Good Morning Babilonia». Η μουσική της ταινίας Kaos περιλαμβάνει επίσης και το «Canzone del mal di luna». Στο δεύτερο μέρος της συναυλίας θα παρουσιάσουμε δύο συμφωνικές σουίτες: μία από την ταινία «La vita e bella», η οποία περιλαμβάνει επίσης μικρότερα κομμάτια, – αυτά από την σκηνή του χορού στο Grand Hotel -, καταλήγοντας στη μουσική που έγραψα για δύο ταινίες του Φεντερίκο Φελίνι, τις «La Voce della Luna» και «Τζίντζερ και Φρεντ».

 

C. N.: Γιατί επιλέξατε να παρουσιάστε τις συγκεκριμένες συνθέσεις; Τι σημαίνει για εσάς καθεμία από αυτές ξεχωριστά;

N. P.: Η καλλιτεχνική σχέση μου με τους αδελφούς Taviani υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες και πιο εμπεριστατωμένες της καριέρας μου. Για μένα ήταν χρέος μου να τους αφιερώσω το πρώτο μέρος της συναυλίας.

Το πρόγραμμα της συναυλίας το κλείνω με Φεντερίκο Φελίνι. Ο καθένας μπορεί να φανταστεί το συναισθηματικό αντίκτυπο που έχει για μένα να κάνω μια αναδρομή στα δέκα χρόνια συνεργασίας με μια τέτοια ιδιοφυΐα, σαν τον Φελίνι. Συμπερασματικά, το «La vita e bella» δεν μπορεί να λείπει, για πολλούς λόγους, αν μη τι άλλο είναι ότι, όταν εμείς δεν το εκτελούμε, το κοινό το ζητά και το απαιτεί ως encore.

 

C. N.: Ο Κινηματογράφος και το Θέατρο σας μαγεύουν με τον ίδιο τρόπο; Έχετε πει ότι η φιλοσοφία σας είναι «Οι πολλές συνθέσεις για τον κινηματογράφο κάνουν τον συνθέτη κοινότοπο, αλλά στο θέατρο η μουσική είναι πάνω απ’ όλα δεξιοτεχνία».

N. P.: Βλέπετε τι γίνεται με τις μεταφράσεις; Δίνω συνεντεύξεις στα ιταλικά και κάποιος τις μεταφράζει στα αγγλικά. Κάποιος άλλος μεταφράζει την συνέντευξη από την αγγλική στην μητρική του γλώσσα, ας πούμε για παράδειγμα στην ελληνική. Στη συνέχεια, από την ελληνική μετάφραση τα δικά μου λόγια επιστρέφουν σε μένα σε μια συνέντευξη σαν κι αυτή, αφού έχει μεταφραστεί και πάλι από τα ελληνικά στα αγγλικά και στη συνέχεια στα ιταλικά… και βρίσκω τον εαυτό μου αντιμέτωπο με τη λέξη «chisler», η οποία δεν ξέρω τι σημαίνει!!!

Ωστόσο, η ιδέα είναι ότι αν είχα εργαστεί μόνο στο σινεμά, θα διέτρεχα τον κίνδυνο να μετατραπώ σε έναν απλό εργαζόμενο που κάνει κάθε μέρα το ίδιο, ίσως ικανό, αλλά με χαμηλό κίνητρο. Η μετάβαση από τον κινηματογράφο στο θέατρο, στις συναυλίες και στα τραγούδια με κρατά ξύπνιο, και, ει δυνατόν, καλλιτεχνικά νέο.

 

C. N.: Οι δύο αυτές τέχνες – ο κινηματογράφος και το θέατρο – έχουν επηρεάσει το σύνολο της δουλειάς σας;

N. P.: Δεν ξέρω τι θα έκανα χωρίς σινεμά σήμερα: σίγουρα θα ήμουν μουσικός, αλλά ποιος ξέρει με ποια μορφή; Ίσως έπαιζα σε πιάνο μπαρ ή ίσως ήμουν ένας μουσικός του δρόμου. Ο κινηματογράφος ήταν το όνειρό μου κατά τη διάρκεια των σπουδών μου. Στο Γυμνάσιο και στο Πανεπιστήμιο η μεγαλύτερη επιθυμία μου ήταν να γράφω για «ποιοτικό» κινηματογράφο. Η τύχη εκεί με βοήθησε πολύ.

Το Θέατρο, από την άλλη πλευρά, ήταν και παραμένει για μένα, ένα παιδικό όνειρο. Η θεία μου ήταν ηθοποιός του θεάτρου, και όταν ήμουν τεσσάρων ή πέντε ετών, με έπαιρνε μαζί της στις παραστάσεις. Καθόμουν στην άκρη, δίπλα στη μικρή ορχήστρα του θέατρου και εκεί ξόδευα πολλές ώρες, πάντα μαγεμένος. Μεταξύ κινηματογράφου και θεάτρου, ή καλύτερα μεταξύ των ονείρων της νεανικής και της παιδικής ηλικίας, η παιδική ηλικία κερδίζει πάντα…

Την Πέμπτη 17 Μαϊου θα μπω στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και όπως πάντα θα έχω ένα συναίσθημα της παιδικής μου ηλικίας, όπως όταν μπαίνουμε σε ένα συνδυασμό μεταξύ ενός θρησκευτικού ναού και ενός τεράστιου ηλεκτρικού τρένου. Η εκτέλεση της μουσικής στο θέατρο είναι τόσο σωματική όσο και πνευματική χαρά.

 

C. N.: Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για την γνωριμία σας με τον Μάνο Χατζιδάκι; Πότε τον συναντήσατε για πρώτη φορά και πώς εξελίχθηκε αυτή η συνάντηση;

N. P.: Ο Χατζιδάκις βρισκόταν στη Ρώμη το 1969, όπου δούλευε για μια ταινία του Χόλιγουντ – νομίζω ότι ήταν η ταινία The martles tales – και έψαχνε για βοηθό ενορχηστρωτή (για κάποιο διάστημα συνήθιζε να με αποκαλεί Negro (νέγρο), ένας όχι και πολύ σωστός όρος για έναν «εργάτη» των μουσικών παρτιτούρων). Την ίδια εποχή η Ειρήνη Παπά εργαζόταν στην Ρώμη σε μια ταινία, σε σκηνοθεσία του Silvano Agosti, για την οποία έγραψα τη μουσική. Η Ειρήνη με σύστησε στον Χατζηδάκι, εργάστηκα γι’ αυτόν, και μιλήσαμε αμέτρητες ώρες για τη μουσική. Ξεκίνησε να μου δίνει συμβουλές, προτείνοντας συγκεκριμένες παρτιτούρες και ακούγοντας τι είχα συνθέσει. Αργότερα, βρισκόμασταν ολο και πιο σπάνια στη Ρώμη ή στην Αθήνα, αλλά έγραφε πολύ ο ένας στον άλλο και μιλόυσαμε στο τηλέφωνο. Στην αρχή έπαιρνα όλες τις σημαντικές αποφάσεις για τη δουλειά μου, μόνο αφού είχα ακούσει τις συμβουλές του. Ήταν ένας Μαέστρος (δάσκαλος) με κεφαλαίο Μ. Του χρωστάω πολλά για όλα όσα μου δίδαξε, μα πάνω απ ‘όλα επειδή όλα αυτά ακόμα με βοηθούν, σαν ένας πνευματικός θησαυρός, διατηρώντας την πνευματική ελευθερία στην τέχνη μου, κάνοντας επιλογές, διαλέγοντας μια δουλειά, γράφοντας για βιολοντσέλο ή σαξόφωνο …

 

C. N.: Ποιες είναι οι σχέσεις σας με την Ελλάδα; Αισθάνεστε κάπως πιο κοντά με το ελληνικό κοινό, ίσως λόγω της γνωριμίας σας με τον Μάνο Χατζιδάκι; Θα θέλατε να πείτε κάτι στο ελληνικό κοινό;

N. P.: Ένα μεγάλο μέρος της μουσικής παραγωγής μου κάνει αναφορά στην ελληνική μυθολογία. Έβαλα στη μουσική μου το μύθο του Νάρκισσου και της Ηχούς, τον βασιλιά Μίδα, τον Απόλλωνα, τον Κάστορα και τον Πολυδεύκη, τους Αργοναύτες, τον Δαίδαλο και τον Ίκαρο. Το πιο σημαντικό έργο μου το 2011 ονομάζεται «Ταξίδια του Οδυσσέα» και ανοίγει με ένα ποίημα του Κωνσταντίνου Καβάφη… Στο μέλλον θα ήθελα να γράψω μια μουσική όπερα για την Αντιγόνη. Οι ρίζες σας εδώ είναι για μένα μια δεξαμενή αναζήτησης της αγάπης, μέσα απο τη χαρά της ανάγνωσης και της γραφής.

Τι μπορώ να πω για το ελληνικό κοινό; Το ελληνικό κοινό κατά τη γνώμη μου είναι εκείνο που έχει πίσω του μια τεράστια κληρονομιά, και με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα βγει από αυτή τη «θανάσιμη» κρίση με το κεφάλι ψηλά. Αυτό ίσως είναι λίγο μακάβριο, σίγουρα, αλλά δεν πρέπει να σκοτεινιάσει τις ψυχές μας.