Η αναγνωρισμένη πιανίστα Ναταλία Μιχαηλίδου επιστρέφει στην Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών το Σάββατο

26 Νοεμβρίου (8:30 μ.μ.). Αυτή τη φορά, η φημισμένη σολίστ θα ερμηνεύσει έργα Μπαχ/Λιστ, Μπραμς, Σοπέν, Ραχμάνινοφ και Προκόφιεφ προσκαλώντας το κοινό να την ακολουθήσει σε ένα μουσικό ταξίδι μέσα στον χρόνο, το οποίο αρχίζει από τον 18ο αιώνα και φθάνει έως τον ρωσικό μοντερνισμό. Το ρεσιτάλ της Ναταλίας Μιχαηλίδου στο Μέγαρο εντάσσεται στο πλαίσιο της Σειράς «Μουσικές βραδιές στην Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος». 

 

Δεξιοτεχνικές σελίδες της κλασικής αλλά και ρομαντικής πιανιστικής φιλολογίας συγκροτούν το πρόγραμμα του πρώτου μέρους του ρεσιτάλ. Οι πρώτες νότες της βραδιάς προέρχονται από τη μεταγραφή για πιάνο που εμπνεύστηκε ο Φραντς Λιστ (1811-1886) από το επονομαζόμενο «Μεγάλο» Πρελούδιο και φούγκα σε λα ελάσσονα για εκκλησιαστικό όργανο (BWV 543 ή BWV 543a) του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ (1685-1750). Το έργο γράφτηκε από τον σπουδαίο κάντορα της Λειψίας την εποχή που εργαζόταν ως οργανίστας στην αυλή του Δούκα της Σαξονίας-Βαϊμάρης.

 

Στην Βαϊμάρη εξάλλου έζησε για μακρά χρονικά διαστήματα (μετά το 1849) και ο Λιστ που ήταν ένας κοσμοπολίτης καλλιτέχνης για την εποχή του και είχε πραγματοποιήσει πολλές περιοδείες στην Ευρώπη. Ο μεγάλος Ούγγρος βιρτουόζος πιανίστας και συνθέτης μετέγραψε και παρέφρασε για πιάνο αποσπάσματα έργων ή και ολόκληρα έργα προγενέστερων δημιουργών αλλά και συγχρόνων του συμβάλλοντας έτσι αποφασιστικά στη διάδοση και προβολή μεγάλων μορφών της λόγιας ευρωπαϊκής μουσικής όπως οι Μότσαρτ, Μπετόβεν, Μπελίνι, Γκουνό, Παγκανίνι, Σούμπερτ, Βέρντι, Βάγκνερ και πολλοί άλλοι. 

 

Ο επιφανής συνθέτης και πιανίστας του 19ου αιώνα Γιοχάννες Μπραμς (1833-1897) υπήρξε ένας από τους σημαίνοντες εκπροσώπους του μουσικού Ρομαντισμού. Ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής όχι μόνο στην Γερμανία αλλά και σε ολόκληρη την Γηραιά Ήπειρο και επηρέασε, όχι μόνον εν ζωή αλλά και μετά θάνατον, πλήθος ομοτέχνων του. Ο Μπραμς καταπιάστηκε και αυτός, όπως και ο Λιστ, με μεταγραφές και παραφράσεις για πιάνο έργων άλλων συνθετών δείχνοντας προτίμηση κυρίως σε θέματα των Χάυντν, Παγκανίνι και Σούμαν.

 

Οι  Παραλλαγές και η φούγκα σε ένα θέμα του Χαίντελ, έργο 24 που θα παίξει η Ναταλία Μιχαηλίδου στο πρώτο μέρος του ρεσιτάλ της στο Μέγαρο, γράφτηκαν από τον Μπραμς το 1861 και βασίζονται στην Σουίτα για τσέμπαλο αρ. 1 σε σι ύφεση μείζονα (HWV 434) του προκλασικού Γκέοργκ Φρήντριχ Χαίντελ (1685-1759). Η πρώτη παρουσίαση του έργου του Μπραμς πραγματοποιήθηκε στο Αμβούργο από την περίφημη πιανίστα και συνθέτη Κλάρα Σούμαν και έγινε δεκτή με ενθουσιασμό. Λίγο αργότερα, θριαμβευτική υποδοχή στις παραλλαγές αυτές επεφύλαξαν το κοινό της Λειψίας, καθώς και εκείνο άλλων πόλεων, στις οποίες μάλιστα μετέβη ο ίδιος ο Μπραμς προκειμένου να τις ερμηνεύσει εκεί ως πιανίστας.

 

Στο δεύτερο μισό της βραδιάς, το ταξίδι στην ευρωπαϊκή μουσική αλλάζει γεωγραφικό προσανατολισμό και κατευθύνεται ανατολικά με έναν ενδιάμεσο σταθμό στην Πολωνία και τελικό προορισμό την Ρωσία.

 

Η περιήγηση αυτή θα αρχίσει με την Φαντασία  σε φα ελάσσονα, έργο 49, που ο Πολωνός Φρεντερίκ Σοπέν (1810-1849) συνέθεσε το 1841 σε ηλικία 31 ετών, κατά τη διάρκεια της διαμονής στου στην κατοικία της Ζορζ Σαντ στο Νοάν της Γαλλίας, η οποία διαμονή απέβη για τον βιρτουόζο σολίστ και συνθέτη αρκετά παραγωγική. Η συγκεκριμένη σύνθεση χαρακτηρίζεται από ρυθμικές αντιθέσεις και αιφνίδιες αλλαγές στους χρωματισμούς και στην τονικότητα δίνοντας στον ακροατή την εντύπωση του αυτοσχεδιασμού, στοιχεία που συνιστούν άλλωστε τα βασικά γνωρίσματα της συγκεκριμένης μουσικής φόρμας (φαντασία), η οποία ήταν πολύ διαδεδομένη τον 19ο αιώνα.

 

Το ταξίδι στην Ανατολική Ευρώπη θα συνεχιστεί με την Σονάτα αρ. 2, έργο 14 του Σεργκέι Προκόφιεφ (1891-1953). Ο λαμπρός Ρώσος πιανίστας, συνθέτης και μαέστρος θεωρείται μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της μουσικής του 20ού αιώνα.

 

Ωστόσο, η στάση του σοβιετικού καθεστώτος απέναντί του υπήρξε αντιφατική: ενώ στην αρχή της σταδιοδρομίας του τον καταδίωξε εξαναγκάζοντάς τον να αυτοεξοριστεί στο εξωτερικό με την οικογένειά του, μετά την επιστροφή του στην Ε.Σ.Σ.Δ. του επιφύλαξε μεγάλες τιμές και διακρίσεις. Η τετραμερής Σονάτα αρ. 2 γράφτηκε το 1912 και παρουσιάστηκε σε πρώτη εκτέλεση στις 5 Φεβρουαρίου 1914 στην Μόσχα από τον ίδιο τον συνθέτη. Είναι αφιερωμένη στον φίλο και συμφοιτητή του Προκόφιεφ από το Κονσερβατόριο της Αγίας Πετρούπολης Μαξιμίλιαν Σμίνττοφ, ο οποίος αυτοκτόνησε το 1913.

 

Στον τελευταίο σταθμό της βραδιάς συναντάμε τον σύγχρονο του Προκόφιεφ –επίσης εξόριστο– Σεργκέι Ραχμάνινοφ (1873-1943) και τα Πρελούδια αρ. 2 & 4 από το έργο 23. Πολλοί μουσικολόγοι αποδίδουν στον Σεργκέι Βασίλιεβιτς Ραχμάνινοφ τον τίτλο του μεγαλύτερου εκπροσώπου του ύστερου ρωσικού Ρομαντισμού και τον χαρακτηρίζουν ως έναν από τους εκλεκτότερους πιανίστες της γενιάς του. Το προσωπικό του συνθετικό ύφος συνδυάζει επιρροές από τους Τσαϊκόφσκι και Ρίμσκι-Κόρσακοφ, έντονο λυρισμό, πλούσια τονική παλέτα, διακριτά ορχηστρικά χρώματα και δομική επινοητικότητα. Ο Ραχμάνινοφ διοχέτευσε σημαντικό μέρος της δημιουργικότητάς του στο πιάνο. Οι πιανιστικές παρτιτούρες του είναι υψηλότατων τεχνικών απαιτήσεων οδηγώντας τον ερμηνευτή στα άκρα των φυσικών δυνατοτήτων του και εξερευνώντας πλήρως το εκφραστικό δυναμικό του οργάνου. Το opus 23 αποτελείται από 10 βραχείας διάρκειας μινιατούρες (πρελούδια). Πρόκειται για τη δεύτερη (1901-1903) από τις τρεις σειρές πρελουδίων που έγραψε ο Ραχμάνινοφ σε διάφορες τονικότητες ακολουθώντας την παράδοση των 24 πρελουδίων του Σοπέν.

 

Το έργο 23 πρωτοπαρουσιάστηκε στις 10 Φεβρουαρίου του 1903 από τον ίδιο τον Ραχμάνινοφ στην Μόσχα. Αποτελεί έναν φόρο τιμής του Ρώσου μουσουργού στον Αλεξάντερ Σιλότι, έναν εκ των καθηγητών του στο πιάνο, ο οποίος τον είχε στηρίξει οικονομικά στην αρχή της καριέρας του.

                                                 
Η πιανίστα Ναταλία Μιχαηλίδου θεωρείται μία από τις πλέον κατηρτισμένες Ελληνίδες σολίστ ως προς τη γαλλική εργογραφία. Γεννημένη στην Κωνσταντινούπολη, πήρε τα πρώτα μαθήματα πιάνου από τη μητέρα της στη γενέτειρά της, όπου και έδωσε το πρώτο της ρεσιτάλ στα πέντε της χρόνια. Σε πολύ νεανική ηλικία κέρδισε υποτροφία της γαλλικής κυβέρνησης, χάρη στην οποία μπόρεσε να σπουδάσει στην περίφημη Εκόλ Νορμάλ του Παρισιού, από την οποία αποφοίτησε με ειδική διάκριση ως κοντσερτίστα στα 17 της μόλις χρόνια. Στη συνέχεια, η Ναταλία Μιχαηλίδου απέκτησε μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών από το Πανεπιστήμιο Ουάσινγκτον (Η.Π.Α.). Κατόπιν, επέστρεψε στο Παρίσι όπου της απενεμήθη η υποτροφία Αλμπέρ Ρουσσέλ, μετά τις εξαιρετικές ερμηνείες της σε μια σειρά ρεσιτάλ γαλλικής μουσικής.

 

Η βράβευσή της σε διεθνούς κύρους διαγωνισμούς (Βαρκελώνης, Βερτσέλλι και Ατενέουμ) σηματοδότησε την έναρξη της μετέπειτα σταδιοδρομίας της: ρεσιτάλ και συναυλίες στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρώπη, την Άπω Ανατολή, την πρώην Σοβιετική Ένωση, συμμετοχές σε διεθνή φεστιβάλ, συνεργασίες με διακεκριμένους μαέστρους, σολίστ και συνθέτες (πολλοί από τους οποίους της έχουν αφιερώσει έργα τους), καθώς και συμπράξεις με ιδιαίτερα αξιόλογα μουσικά σύνολα της ημεδαπής και της αλλοδαπής. Συναυλίες της έχουν μεταδοθεί ζωντανά από το ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Επίσης, έχει κάνει αρκετές ηχογραφήσεις, με τον δίσκο ακτίνας «Λάλον ύδωρ» να έχει τιμηθεί με το βραβείο της Ενώσεως Ελλήνων Κριτικών Θεάτρου και Μουσικής (2003).

 

Η Ναταλία Μιχαηλίδου έχει ακόμη ασχοληθεί με το θέατρο και τον κινηματογράφο: πρωταγωνίστησε ως ηθοποιός και πιανίστα στο έργο «Άλμα Μάλερ» της Μάγδας Μαυρογιάννη στην Εθνική Λυρική Σκηνή και έχει συνεργαστεί με την Ελένη Καραΐνδρου και τον Θόδωρο Αγγελόπουλο. Ως παιδαγωγός του πιάνου, έχει διδάξει σε ωδεία, σε σεμινάρια στην Ελλάδα και σε πανεπιστήμια του εξωτερικού. Από το 2001 είναι καθηγήτρια πιάνου της Εκόλ Νορμάλ του Παρισιού (τάξη Αθηνών), ενώ συχνά καλείται να μετάσχει ως μέλος σε κριτικές επιτροπές διεθνών διαγωνισμών πιάνου. Το ρεπερτόριό της είναι ευρύτατο και εκτείνεται από το μπαρόκ ως τη σύγχρονη εποχή.