Το όνομα του Μύρωνα Μιχαηλίδη έχει συνδεθεί με την μεγάλη περίοδο της εξωστρέφειας της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Χιλιάδες Έλληνες θεατές που μέχρι πρότινος δεν είχαν επαφή με το λυρικό τραγούδι, προσήλθαν στο Ολύμπια, το Μέγαρο Μουσικής και το Ηρώδειο για να απολαύσουν διαχρονικές όπερες. Αποδείχθηκε ένας από τους πιο παραγωγικούς καλλιτεχνικούς διευθυντές και συνέπεσε η δική του θητεία με την προετοιμασία και τη μεταφορά του οργανισμού στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Η ευθύνη μεγάλη και όπως λέει χαρακτηριστικά: «Είναι ο αγώνας μας συνεχώς. Να συνεργαζόμαστε ώστε να βρίσκουμε λύσεις μέσα στην κρίση και να απομακρύνουμε τις δυσκολίες. Κάνουμε το ωραιότερο πράγμα που υπάρχει, την όπερα και θέλουμε να φέρνουμε τον κόσμο σε επαφή μαζί της».

Λίγο πριν παραδώσει τη σκυτάλη στον Γιώργο Κουμεντάκη, διευθύνει μουσικά την ρομαντική όπερα του Ρίχαρντ Βάγκνερ, «Λόενγκριν», που ανεβαίνει για πέντε μόνο παραστάσεις στην Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη του Μεγάρου Μουσικής. Σε ένα από τα διαλείμματα της γενικής πρόβας, συναντηθήκαμε με τον αρχιμουσικό και είχαμε την ευκαιρία να μιλήσουμε ανάμεσα σε άλλα, για τη σημασία των βαγκνερικών έργων και την ομαλή μετάβαση της Λυρικής στη νέα εποχή. Ο ίδιος, φαίνεται να ατενίζει το καλλιτεχνικό μέλλον με αρκετή αισιοδοξία και ετοιμάζει ήδη τα επόμενα βήματά του.

 Στην Εθνική Λυρική Σκηνή δεν έχουμε την ευκαιρία να βλέπουμε συχνά έργα του Ρίχαρντ Βάγκνερ. Πώς επιλέξατε ο Λόενγκριν να ενταχθεί στο φετινό ρεπερτόριο;

Μύρωνας Μιχαηλίδης: Η ανάδειξη των μεγάλων αριστουργημάτων γίνεται για δύο βασικούς λόγους. Πρώτον γιατί πλέον υπάρχουν οι τεχνικές δυνατότητες να παιχτούν αυτά τα έργα σε μεγάλες σκηνές όπως η Αίθουσα Τριάντη και η Αίθουσα στο Κέντρο Πολιτισμού Σταύρος Νιάρχος και δεύτερον, παρατηρούμε τις πολύ καλές πορείες που έχουν τα καλλιτεχνικά μας σύνολα, η ορχήστρα και η χορωδία μας εν προκειμένω, που τους επιτρέπει να αναμετρηθούν με αυτό το μεγάλο και δύσκολο ρεπερτόριο. Την αρχή την κάναμε με το έργο «Τριστάνος και Ιζόλδη» πριν από δύο χρόνια και φέτος με τον «Λόενγκριν», ο οποίος είναι ουσιαστικό πρώτο ανέβασμα, γιατί ναι μεν είχε ξανανέβει το ’65, αλλά με περικοπές και στα ελληνικά. Στα γερμανικά την βλέπουμε πρώτη φορά.

Η επιλογή του συγκεκριμένου έργου του Βάγκνερ έγινε πρώτον γιατί είχαμε εντάξει στον σχεδιασμό μας και την Τετραλογία του «Δαχτυλιδιού των Νιμπελούγκεν» και σαν προετοιμασία όλου αυτού του εγχειρήματος επιλέξαμε αριστουργήματα της πρώιμης και μεσαίας του περιόδου. Ο «Λόενγκριν» τώρα, συγκαταλέγεται στα δημοφιλέστερα έργα του, αν όχι το δημοφιλέστερο, λόγω των μεγαλειωδών χορωδιακών του, λόγω του ότι είναι μια απόλυτα ρομαντική ιστορία με ήρωες παραμυθιού ουσιαστικά, μιας κι ας πούμε τον πρωταγωνιστή τον φέρνει ένας κύκνος, που στο τέλος μεταμορφώνεται στον διάδοχο του θρόνου. Τι πιο συναρπαστικό να εκτυλίσσεται μια τέτοια υπόθεση με αυτήν την εξαιρετική μουσική;

– Τι κατά τη γνώμη σας συμβολίζουν εν τέλει οι γενναίες πράξεις και τα σταθερά «πιστεύω» του κεντρικού ήρωα, Λόενγκριν;

Ο Βάγκνερ σχεδόν σε όλες του τις όπερες εντάσσει τη δική του ψυχολογία και φιλοσοφική διάθεση. Άρα λοιπόν, με βάση το δεδομένο ότι προσπαθεί να μεταφέρει τον ψυχισμό του ή τον ανεκπλήρωτο έρωτα που βλέπουμε και στον «Τριστάνο» και στον «Λόενγκριν», κάνει την ιστορία αυτήν να είναι βγαλμένη ουσιαστικά μέσα από την καθημερινότητα.  Αγγίζει λοιπόν, τον κάθε άνθρωπο, τον καθένα από εμάς. Αυτό, σε συνδυασμό με την νέα τεχνική που εισήγαγε στο μουσικό δράμα με τα λάιτ μοτίφ, που διαφοροποίησε τελείως τον τρόπο που γραφόταν τότε η όπερα, κάνει το έργο να μας υπενθυμίζει χαρακτήρες, συναισθήματα και προθέσεις μέσα ακριβώς από αυτά τα καθοδηγητικά μοτίβα.

– Με ποιον τρόπο πιστεύετε ότι το ελληνικό κοινό μπορεί να σχετιστεί με την μυστικιστική μουσική του Βάγκνερ, τα λιμπρέτα που πηγάζουν από την Γερμανική μυθολογία και γενικότερα με τα έργα της ακμής του Ρομαντισμού;

Κατ’ αρχήν το ελληνικό κοινό, είναι ένα κοινό που του αρέσει ο Ρομαντισμός και έχει φανεί ακόμα και μέσα από τα έργα του Βέρντι και τον βερισμό του Πουτσίνι. Θα έλεγα ότι αυτή η μεγάλη αγάπη έγκειται στο γεγονός πως οι μύθοι στους οποίους βασίζεται ο Βάγκνερ για τις ιστορίες του, δεν είναι μόνο γερμανικοί, είναι ένας συνδυασμός «αρχαιο-γερμανο-ελληνικών». Τόσο ο Βάγκνερ ως δημιουργός, όσο και ολόκληρη η γερμανική τέχνη, έχουν επηρεαστεί από την αρχαία ελληνική μυθολογία. Μπορούμε λοιπόν, να δούμε πάρα πολλές ομοιότητες ανάμεσα στους θεούς του Ολύμπου και τους βαγκνερικούς θεούς. Οι συμβολισμοί, η μεταφυσική διάσταση που έχουν τα έργα του Βάγκνερ, είναι μοναδικά και πιστεύουμε ότι τους Έλληνες που έχουν αυτόν τον πολιτισμό και αυτήν την ιστορία, τους αγγίζει ιδιαίτερα, αρκεί να γίνονται καλά ανεβάσματα για να τους φέρνουμε κοντά σε αυτά τα έργα.

– Δεδομένου ότι τα έργα του Βάγκνερ έχουν συγκεκριμένες απαιτήσεις, υπάρχουν πλέον οι βάσεις να ανέβουν στην σκηνή της Λυρικής και άλλα επικά δράματα όπως «Τανχόιζερ», «Πάρσιφαλ» και βέβαια η τετραλογία του «Δακτυλιδιού»;

Το πιστεύω απόλυτα αυτό! Είναι στοιχήματα δύσκολα που έχουν κερδηθεί και υπάρχει τόσο το καλλιτεχνικό επίπεδο, όσο και το τεχνικό επίπεδο. Και να προσθέσω ότι υπάρχουν κυρίως οι τραγουδιστές που μπορούν να ερμηνεύσουν ανάλογα έργα. Σε αυτήν την παραγωγή ας πούμε, χαίρομαι ιδιαίτερα γιατί συμμετέχουν σε πολύ βασικούς ρόλους σημαντικοί δικοί μας καλλιτέχνες. Να αναφέρω το ντεμπούτο που κάνει σε βαγκνερικό ρόλο ο Δημήτρης Πλατανιάς, το ντεμπούτο που κάνει στην Ορτρούνδη γενικά η Τζούλια Σουγλάκου, να αναφέρω τον Τάσο Αποστόλου και τον Πέτρο Μαγουλά στο ρόλο του Βασιλιά και τον Διονύση Σούρμπη, τον εξαίρετο βαρύτονό μας και τον Πέτρο Κασιούμη, που συμμετέχουν στο ρόλο του Κήρυκα. Βλέπουμε λοιπόν σιγά-σιγά ότι επανδρώνεται από ελληνικό δυναμικό καθώς επίσης και ότι αυτό το δυναμικό, ανταποκρίνεται και αρέσει σε ένα τέτοιο ρεπερτόριο.

Εγώ είμαι ιδιαίτερα ευτυχής που συμβάλλω σε αυτήν την επαφή του ελληνικού κοινού με τις όπερες του Βάγκνερ και ελπίζω ότι και στο Νιάρχος, δίπλα σε όλα τα ωραία που θα παρουσιάζει η Λυρική, οι θεατές θα έχουν τη δυνατότητα να γνωρίσουν περαιτέρω το γερμανικό ρεπερτόριο.

– Από το 2011 που βρεθήκατε στο τιμόνι, οι φίλοι της Λυρικής απόλαυσαν αρκετές διάσημες όπερες σε διάφορες εκτελέσεις. Μάλιστα αρκετά έργα, ειδικά τα Ιταλικά, είναι κατά κάποιον τρόπο ριζωμένα στην συνείδηση των Ελλήνων. Με ποια κριτήρια έγιναν κυρίως λαοφιλείς ρεπερτοριακές επιλογές και τι κατά τη γνώμη σας άφησαν πίσω;

Κατ’ αρχήν, η Εθνική Λυρική Σκηνή κατά τη γνώμη μου, επειδή είναι ένα εθνικό θέατρο, πρέπει να έχει μια παλέτα συνολικής προσφοράς στην ελληνική κοινωνία. Δηλαδή, πρέπει να απευθύνεται άλλοτε με βασικά ανεβάσματα στο κοινό και άλλοτε με πιο σύγχρονες υπάρχουσες απόψεις. Πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί στο εξής: Έργα με τα οποία το κοινό δεν έχει τριβή, θα πρέπει στην πρώτη τους παρουσίαση, να μην γίνονται με όρους πολύ απόμακρους. Πρέπει να είναι κοντά σε αυτό που ο θεατής είχε σκεφτεί σε πρώτη φάση. Αυτό δεν σημαίνει ότι σε επόμενα ανεβάσματα δε θα πρέπει να εξελιχθεί η οπτική. Αυτό που εμείς προσπαθούμε, τόσο με τον «Τριστάνο», όσο και τώρα με τον «Λόενγκριν», είναι να κινηθούμε πιο πολύ προς ένα διαχρονικό ανέβασμα. Ένα ανέβασμα που μπορεί να το τοποθετεί κοντά μας από πλευράς κάποιων σκηνικών, αλλά χαρακτηρολογικά να διακατέχεται από μία διαχρονικότητα. Οι ήρωες να μπορούν να είναι σημερινοί. Για να μπορεί το κοινό να εξοικειώνεται με αυτά τα αριστουργήματα. Αλλά επαναλαμβάνω, είναι στοίχημα για ένα θέατρο να ισορροπεί ως προς τον προγραμματισμό του.

– Όλα αυτά τα χρόνια αυξήθηκε κατά πολύ η εκτίμηση των θεατών για ένα είδος που μέχρι πρότινος φάνταζε αποκλειστικά ελιτίστικο. Από την εμπειρία σας θα λέγατε πως το κοινό εκπαιδεύεται;

Απολύτως! Το κοινό δεν εκπαιδεύεται μόνο από την νεανική ηλικία, με προγράμματα όπως αυτά που κάναμε στα σχολεία με τον «Κουρέα της Σεβίλης» και τα παιδιά συμμετείχαν στη διαδικασία της όπερας. Το κοινό εκπαιδεύεται και όταν πηγαίνει η Λυρική σε απροσδόκητους χώρους. Ήταν ένας από τους βασικούς μας στόχους, όταν οργανώσαμε τη δράση «Όπερα της Βαλίτσας», ώστε να εξοικειώσουμε τον κόσμο με αυτό.

Σε αυτό το σημείο, μιας και το έφερε η συζήτηση, θα ήθελα να μου επιτρέψετε να σας διαβάσω ένα συγκινητικό μήνυμα που έλαβα χθες από έναν άγνωστο: «Μαέστρο σας ευχαριστώ για όσα κάνατε. Εσείς με κάνατε να έρθω στη Λυρική. Ήταν πριν δύο χρόνια. Πήγαινα σπίτι μου και σταματάει ξαφνικά μπροστά μου ένα λεωφορείο και κάποιοι άγνωστοι άρχισαν να τραγουδούν την Τραβιάτα. Ήταν τόσο ωραία! Και στην συνέχεια πήγα μία Κυριακή στο Κέντρο Σταύρος Νιάρχος, όπου άκουσα την Συναυλία «Τσέπης» με μουσική και τραγούδια από όπερες. Ήταν και εκεί τόσο ωραία, που αποφάσισα να έρθω σε μια παράσταση. Αυτό ήταν, κόλλησα όπερα! Σε ευχαριστώ, όπως και όλους τους καλλιτέχνες της Λυρικής που με κολλήσατε όπερα. Καλή επιτυχία σε ό,τι και αν κάνετε. Αγάπησα τη Λυρική και τους ανθρώπους της, με κάνατε να σας αγαπήσω. Ευχαριστώ!».

Έχω λάβει αρκετά μηνύματα αλλά αυτό το «Κόλλησα όπερα» από έναν άγνωστο στο facebook, ήταν πραγματικά το καλύτερο!

– Η μακρά μουσική πορεία σας στην Γερμανία τι σας έχει διδάξει ως καλλιτέχνη και κυρίως ως άνθρωπο; Πώς βιώνεται η όπερα εκεί σε αντιδιαστολή με την Ελλάδα;

Επέλεξα τη Γερμανία στην οποία έζησα δεκατέσσερα χρόνια, γιατί θεώρησα ότι σαν Μεσογειακός, πρέπει να βάλω το ταπεραμέντο μου σε μία τάξη και πειθαρχία. Και αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό όταν διαχειρίζεσαι σύνολα. Όταν λοιπόν διαχειρίζεσαι σύνολα και θες να κάνεις τέχνη, από τη μία βάζεις τάξη, αλλά από την άλλη διαθέτεις και τον εσωτερικό παλμό που σε βοηθά να κάνεις τη μουσική σου.

Στην Γερμανία η όπερα είναι τρόπος ζωής, σε σχέση με την Ελλάδα. Αλλά και εδώ υπάρχουν άνθρωποι που ζουν για αυτήν. Και πιστεύω ότι με το Κέντρο Πολιτισμού, θα γίνονται όλο και περισσότεροι.

– Έφτασε ή ώρα η Λυρική να μετεγκατασταθεί στο Φάληρο. Η νέα εποχή μέχρι τώρα φαίνεται να ξημερώνει όπως την οραματιστήκατε όσο ήσασταν καλλιτεχνικός διευθυντής ή υπάρχουν απροσδόκητες αλλαγές ;

Βεβαίως. Πιστεύω ότι έχει γίνει ένα τιτάνιο έργο τα τελευταία έξι χρόνια, για να προχωρήσει σωστά η Λυρική. Ο κάθε διευθυντής χτίζει σε αυτά που δημιούργησε ο προηγούμενος και βελτιώνει τον οργανισμό. Και αυτός είναι στόχος, να υπηρετούμε τους θεσμούς, να αγαπάμε την πατρίδα μας και να προχωράμε μπροστά.

– Η ελληνική μουσική παραγωγή μπορεί να διεκδικήσει μία πιο ισχυρή θέση σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο;

Φυσικά! Έχουμε ταλαντούχους ανθρώπους, έχουμε και δομές, υπάρχει οργάνωση, λίγη παραπάνω σημασία από την πολιτεία και όλα θα πάνε καλά!

– Μετά τη λήξη της θητείας σας πώς σκοπεύετε να πορευτείτε;

Έχω αυτή τη στιγμή πάρα πολλές υποχρεώσεις ως αρχιμουσικός και θα βρεθώ για μεγάλο διάστημα εκτός Ελλάδος. Δέχομαι ήδη προτάσεις που τις συζητάω, ως επόμενες επαγγελματικές κινήσεις. Αλλά σε πρώτη φάση, θα ασχοληθώ κυρίως με τη διεύθυνση ορχήστρας.

– Ευχαριστώ πολύ!

Να είστε καλά!


Ο Λόενγκριν του Ρίχαρντ Βάγκνερ ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα από την Εθνική Λυρική Σκηνή.