Ο συγγραφέας της Κάρμεν και Κολόμπα, Προσπέρ Μεριμέ γνωρίζει τον γηραιότερο Σταντάλ σε σχετικά μικρή ηλικία και θαμπώνεται από την προσωπικότητα του περίφημου και ένδοξου συγγραφέα του Μοναστηριού της Πάρμας, του Κόκκινου και του Μαύρου και τόσων άλλων αξιομνημόνευτων κειμένων όπως το Περί έρωτος. Φαίνεται να αναπτύσσεται μεταξύ των μία σχέση δασκάλου και μαθητή.

Ο Μεριμέ, με ενθουσιασμό που είναι εμφανής καθ’ όλη την διάρκεια της εξιστόρησης της ζωής του Σταντάλ αλλά και με έντονο το αίσθημα της συγκίνησης για τον ξακουστό συγγραφέα, εμπνέεται από ένα χωρίο της Οδύσσειας για να αναφέρει στην αρχή του κειμένου του πως «τα καθήκοντα τα οποία έχουμε εμείς οι άθρησκοι απέναντι στους νεκρούς μας δεν εξαντλούνται στην εκφορά που τους εξασφαλίζει η πολιτεία». Ψέγει εν ολίγοις και με τρόπο έμμεσο όλους αυτούς που παραμέλησαν να παρευρεθούν στην κηδεία του και δεν τον αποχαιρέτησαν έστω και συμβολικά και τυπικά ως όφειλαν. Και κάπου αλλού σχολιάζει γλαφυρά: «Γράφω λοιπόν ετούτες τις σελίδες προκειμένου να αναπληρώσουν τα όσα δεν κάναμε τότε στην κηδεία του Μπ. (Ανρί Μπελ το πραγματικό του όνομα). Επιθυμώ να μοιραστώ με μερικούς από τους φίλους του τις εντυπώσεις και τις μνήμες μου».

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο μεταφραστής Νίκος Αλιφέρης, ο οποίος έχει επιμεληθεί με αγάπη και σεβασμό και τον πρόλογο στον οποίο αναφέρει το εξής χαρακτηριστικό: «Η περιγραφή της κηδείας του Σταντάλ, ενός μεγαλοφυούς αλλά παραγνωρισμένου στην εποχή του συγγραφέα, με την παρουσία τριών μονάχα ατόμων, μας γεννά μια παράξενη θλίψη, ικανή ίσως να κλονίσει ακόμα και τους ματαιόδοξους ή τους μωροφιλόδοξους». Μήπως σε όλες τις εποχές, άνθρωποι γαρ, αγνοούμε την διαφορετικότητα γιατί δυσκολευόμαστε να την αποδεχτούμε για τον πολύ απλό λόγο πως έχουμε συνηθίσει στην μετριότητα και μας βολεύει να την προβάλλουμε, να ζούμε με αυτήν ως κάτι λιγότερο επικίνδυνο;

Εν είδει αφιερώματος αλλά σαφώς και ανάμνησης μέσω του μικρού αυτού βιβλίου, ο Μεριμέ αποτίνει φόρο τιμής στον άνθρωπο, τον συγγραφέα, τον φιλόσοφο, τον άνδρα, τον εραστή – γιατί υπήρξε και τέτοιος – Σταντάλ. Δεν στέκεται τόσο στο συγγραφικό του έργο αλλά μας ξεδιπλώνει πιο πολύ πτυχές της τόσο αμφιλεγόμενης προσωπικότητάς του σαγηνεμένος ο ίδιος από την ιδιαιτερότητα και την φυσιογνωμία του. Εξάλλου μέσα από τις αφηγήσεις αυτές κατανοούμε και έχουμε πληρέστερη εικόνα σχετικά με τους λόγους που τον οδήγησαν να γράψει βιβλία όπως το Περί Έρωτος στο οποίο περιγράφει αποτυχημένους έρωτες και πληγωμένες αναμνήσεις από τις ερωτικές του περιπτύξεις, κάτι που θα πράξει και ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε στις δικές του Ελεγείες του Ντουίνο. Μην ξεχνάμε πως η λογοτεχνία, η ζωγραφική, η μουσική και οι τέχνες γενικότερα είναι παράλληλοι και αλληλοσυμπληρούμενοι κόσμοι γεμάτοι αισθήματα, αγωνίες, ανησυχίες, ομορφιά ψυχής που χρήζουν ανασκαφής και μελέτης για να ανακαλύψουμε τα μυστικά τους. Μας αποκαλύπτει λοιπόν ο Μεριμέ με την δική του μοναδική ικανότητα αφήγησης την περίπτωση Σταντάλ σαν μία ξεχωριστή περίπτωση ενός ανθρώπου που σαφέστατα διέφερε από τους σύγχρονούς του ενώ παράλληλα διαδραμάτισε πρωταρχικό ρόλο στην διανόηση του καιρού του, αν και αυτή αναγνωρίστηκε στο σύνολό της αργότερα. «Έγραφε πολύ και επεξεργαζόταν τα έργα του για καιρό. Εντούτοις αντί να διορθώσει τα σφάλματα της εκτέλεσης, άλλαζε εκ νέου το αρχικό σχέδιο». Φιλοδοξία, σύνεση, αυθορμητισμός, καινοτομία, αποφασιστικότητα, αλλαγή πλεύσης, αμφιβολία ο Σταντάλ αντισυμβατικός ων αναμετράται με την ίδια του την επίδοση και γίνεται ανταγωνιστικός με τον ίδιο του τον εαυτό.

«Αυθεντικός και ιδιόρρυθμος σε όλες του τις εκδηλώσεις, αληθινό προτέρημα σε αυτή την τόσο ισοπεδωμένη εποχή μας, ήταν στο βάθος της ψυχής του ένας αριστοκράτης με τα όλα του, κι ας υπερηφανευόταν διαρκώς για τον φιλελευθερισμό του». Ας σταθούμε λίγο στην «ισοπεδωμένη εποχή», την οποία επικαλείται ͘ ο Μεριμέ τα γράφει αυτά εν έτει 1850, 8 χρόνια μετά τον θάνατο του Σταντάλ και ενώ ο κόσμος βιώνει κομβικές αλλαγές σε κάθε έκφανση της πολιτικής, της κοινωνικής, της καλλιτεχνικής ζωής. Διαβάζοντας και μελετώντας το κείμενο αυτό του Μεριμέ αντλούμε τόσα στοιχεία όχι μόνο για τον ίδιο τον Σταντάλ αλλά και για την εποχή που έζησαν οι δύο συγγραφείς. Ο Σταντάλ, τον οποίο ο Μεριμέ μνημονεύει, είναι ένας δημιουργός με πλεονεκτήματα και μεγαλείο ψυχής, αλλά είναι και ένας άνθρωπος με πολλές αδυναμίες, τις οποίες δεν φοβάται να φωτίσει και τις αναδεικνύει ως ένα είδος εξύψωσής του, θαρρώ αυτός είναι ο σκοπός της παρούσας έκδοσης.

Ο Μεριμέ «εργάζεται» μέσα από αυτό το μικρό αφιέρωμα ως προς την αποκατάσταση του ονόματος του αγαπημένου του Σταντάλ, να δώσει στον ευρύ κοινό να καταλάβει ακόμα και σήμερα πως μια προσωπικότητα του διαμετρήματος του Σταντάλ έχει τόσα να προσφέρει και αξίζει τον χρόνο μας και την προσοχή μας. Καταθέτει όλα αυτά που ο ίδιος βίωσε γνωρίζοντάς τον, όλα τα πικάντικα, τα ανέκδοτα, τα άγνωστα, γιατί έτσι κανείς αντιλαμβάνεται την πολυμορφία του χαρακτήρα του. Μας παρέχει πληροφορίες για την σχέση του με την ποίηση – αντιπαθούσε την ποίηση ως κάτι εντελώς ξένο -, την γλυπτική -λάτρευε τον Κανόβα -, την αρχιτεκτονική, την μουσική – διατηρούσε αποστάσεις από τους Γάλλους μουσικούς της εποχής και δεν έκρυβε την προτίμησή του στον Μότσαρτ, τον Ροσσίνι – , την πολιτική – μην ξεχνάμε πως έχει γράψει και μία βιογραφία σχετικά με τον Ναπολέοντα -, τον έρωτα, ως παθών και πολλάκις θύμα του «ασθενούς» φύλου, ανέπτυξε την θεωρία του και την φιλοσοφία στον τρόπο προσέγγισης και επικοινωνίας με το γυναικείο φύλο. Χαρακτηριστική ρήση του και μάθημα προς τον Μεριμέ στις περιπτώσεις που ο τελευταίος ήταν ερωτευμένος με μια γυναίκα: «Κάντε τη δική σας ͘ το οφείλετε πρώτα απ’ όλα στην ίδια».

Υπήρξε ιδιαίτερα συνεσταλμένος, εξαιρετικά καυστικός με τον ίδιο και τους γύρω του και υπέροχα μοναχικός επιστρατεύοντας την μοναχικότητα αυτή ως μέθοδο άμυνας ενώ δεν δίσταζε να ασκεί κριτική στους γύρω του και να αποσύρεται στο καταφύγιο της ψυχής του όταν διέβλεπε πως η συζήτηση με τον συνομιλητή του οδηγούνταν σε τέλμα και αδιέξοδο, χαρακτηριστικά μπροστά στην υποστήριξη των θέσεών του σημείωνε «αφού εσείς παριστάνετε τη γάτα, εγώ θα κάνω το ποντίκι». Σε αυτή την περίπτωση με άρμα την ισχυρή του γνώμη, οπισθοχωρούσε και αυτό έρχεται να ενισχύσει και το γεγονός πως πληγωνόταν πολύ εύκολα από τα αθώα λόγια των άλλων: «Είμαι ένα σκυλάκι που ενώ παίζει έρχονται και οι άλλοι και το δαγκώνουν».

Στην συγκεκριμένη έκδοση συμπεριλαμβάνονται και τα προνόμια γραμμένα από τον ίδιο τον Σταντάλ, όπου ούτε λίγο ούτε πολύ και με φλεγματική και καυστική διάθεση περιγράφει τον ιδεατό άνθρωπο, στον οποίο ο Θεός χαρίζει προνόμια μοναδικά να λειτουργεί όπως ο ίδιος θα επιθυμούσε χωρίς να απειλείται από κανέναν αλλά παράλληλα απολαμβάνοντας όλα εκείνα που στην πραγματικότητα η ζωή του στερεί. Τα αποκαλεί αλλιώς και θαύματα, μικρές νίκες θα τα ονόμαζα προσωπικά και εδώ η διάθεσή του να ευφυολογήσει είναι δεδομένη, εξαιρετικά πνευματώδης από την μία, δηκτικός από την άλλη, μιας και περιγράφει πολλές φορές την ανθρώπινη ματαιοδοξία και την απληστία ενώ μας προκαλεί με κάθε δυνατό τρόπο να αντιδράσουμε.

Ο Μεριμέ τελειώνει το βιβλίο του με μία φράση ελπιδοφόρα και σαν απαύγασμα των όσων μας κατέγραψε για τον Σταντάλ, μια ευχή για το μέλλον: «Θα ήταν άλλωστε ευχής έργο να δημοσιευθούν μια ημέρα οι επιστολές του Μπ. [Μπελ] ͘ θα έκαναν το κοινό να γνωρίσει και να αγαπήσει έναν άνδρα του οποίου το πνεύμα και τα σπάνια χαρίσματα δεν ζουν πια παρά στη μνήμη ενός στενού κύκλου φίλων». Ευτυχώς εισακούστηκε μιας και ορισμένες επιστολές του έχουν ήδη εκδοθεί και έτσι το όνειρο έγινε πραγματικότητα για το καλό όλων μας.


«Το μόνο ελαφρυντικό για τον Θεό είναι πως δεν υπάρχει» Σταντάλ

«Ο Μολιέρος είναι ένας μασκοφόρος που απέφυγε να παρουσιάσει επί σκηνής τον αυλοκόλακα, επειδή ο Λουδοβίκος ΙΔ’ δεν το θεωρούσε πρέπον».

«Ποτέ μη συγχωρείς ένα ψέμα ͘ ποτέ μη μετανιώσεις για κάτι ͘ μην παραλείψεις να ξεκινήσεις την κοσμική ζωή σου με έναν καβγά» Σταντάλ


Το βιβλίο του Prosper Mérimée, Α. ΜΠ (Μια προσωπογραφία του Σταντάλ) – Stendhal, Τα προνόμια, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα.