Η Μαρία Ρουσάκη, έπειτα από πολλά χρόνια συγγραφικής παρουσίας στα δρώμενα της παιδικής λογοτεχνίας, τόλμησε φέτος να κάνει το επόμενο βήμα, ν’ ασχοληθεί και με την ενήλικη, προσφέροντας ένα μυθιστόρημα αρκετά τρυφερό και συγκινητικό. Επιλέγοντας ν’ ακολουθεί ορισμένα ασφαλή -εμπορικά και όχι μόνο- λογοτεχνικά μονοπάτια, μας ταξιδεύει στον τόπο και στο χρόνο, όπου παρακολουθούμε το οδοιπορικό ενός ανθρώπου, που άλλοτε έρμαιο της μοίρας που του κληροδοτήθηκε και άλλοτε αγωνιστής στο ν’ αλλάξει το γραμμένο του, περπατάει στο μονοπάτι της ζωής ανακαλύπτοντας τι πραγματικά αυτή σημαίνει, αλλά και ποιος είναι ο δικός του ρόλος μέσα σε αυτήν.

Ο Περικλής Κακλαμάνος θα γεννηθεί το 1920 σ’ ένα μικρό χωριό στους πρόποδες του Ταΰγετου, βόρεια της Καλαμάτας. Εκεί θα μεγαλώσει και θα γίνει άντρας, με τον πρώτο έρωτα να κάνει την εμφάνισή του στο πρόσωπο της Γιασεμής, ένας έρωτας που θα λήξει άδικα με φόντο τα σκληρά γεγονότα του πολέμου. Ο δρόμος του θα τον οδηγήσει στην γερμανοκρατούμενη Θεσσαλονίκη αλλά και στην Αθήνα, για να επιστρέψει τελικά στον τόπο που γεννήθηκε. Το ταξίδι του όμως δεν τελειώνει εκεί, αφού μυστικά του παρελθόντος έρχονται στο φως και τον οδηγούν στο να πάρει νέες αποφάσεις. Αποφάσεις που θα τον οδηγήσουν στην άλλη άκρη του κόσμου, στην Αμερική, όπου το όνειρο μπερδεύεται με την πραγματικότητα και η επιθυμία με την προσωπική ηθική.

Αν έπρεπε να χαρακτηρίσουμε με λίγα λόγια το «Μόνο τα μάτια μένουν», τότε θα λέγαμε πως πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που αν και δεν είναι καθόλου πρωτότυπο στην πλοκή του, καταφέρνει με την αμεσότητά του να σε κερδίσει, και με την ειλικρίνεια του συναισθήματός του να σε συγκινήσει. Οι έννοιες του πεπρωμένου και του ονείρου παίζουν βασικό ρόλο στην εξέλιξη των γεγονότων, αφού αν και άκρως αντίθετες, είναι αυτές που επηρεάζουν συνειδήσεις, συναισθήματα, και που οδηγούν τελικά σε αποφάσεις, άλλοτε λογικής και άλλοτε καρδιάς, με μια μικρή υποψία πως η δεύτερη κυριαρχεί στην μεταξύ τους μάχη, αφού η αλήθεια των ανθρώπων φαίνεται στα μάτια και ένα βλέμμα μόνο ίσως και να είναι αρκετό για να ξέρεις, όχι τι θέλεις, αλλά τι πρέπει να πράξεις.

Έχω την αίσθηση, πως περισσότερο από το να πει μια ιστορία που θα εντυπωσιάσει, η συγγραφέας ήθελε ν’ αφηγηθεί μία ανθρωποκεντρική ιστορία που θα μας ανάγκαζε να μπούμε στη θέση του πρωταγωνιστή, πράγμα το οποίο συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, στον απόλυτο βαθμό. Ο Περικλής είναι ένας άντρας γήινος, ρεαλιστικός ως προς την αποτύπωση των συναισθημάτων του, με σκέψεις, όνειρα και προβληματισμούς που θα μπορούσε να κάνει ο καθένας από εμάς. Δεν προσπαθεί να τον εξιδανικεύσει στα μάτια μας, ενώ θα λέγαμε πως η προσέγγιση της ψυχολογίας του, δεδομένου ότι μιλάμε για έναν αντρικό χαρακτήρα δοσμένο μέσα από τα μάτια και την πένα μιας γυναίκας, είναι αρκετά ενδιαφέρουσα και χωρίς μεγάλες αποκλείσεις από το πως πραγματικά σκέφτεται και δρα ένας άντρας.

Προσωπικά είμαι άνθρωπος που στα κοινωνικά μυθιστορήματα, προτιμώ γραφές απλές, άμεσες, γλαφυρές τόσο όσο πρέπει, με τους συγγραφείς να μην καταφεύγουν σε υπερβολές, ακρότητες ή υπερφίαλες περιγραφές. Όλα αυτά είναι στοιχεία που βρήκα στο μυθιστόρημα της κυρίας Ρουσάκη και που τα εκτίμησα. Όσον αφορά την αποτύπωση του ιστορικού σκηνικού στο οποίο εξελίσσονται τα εκάστοτε γεγονότα της αφήγησής της, άλλες φορές ήταν ικανοποιητική, ενώ κάποιες άλλες ένιωσα πως θα ήθελα να μου αναπτύξει ορισμένα πράγματα λίγο περισσότερο, εφόσον η ίδια επέλεξε μια εποχή που ιστορικά προσφέρεται όντας πλούσια σε γεγονότα που σημάδεψαν τον τόπο μας. Παρ’ όλα ταύτα, το «Μόνο τα μάτια μένουν», είναι μια ιστορία για την φυγή, τον πόνο, τον ξεριζωμό, τα όνειρα που διατηρούνται ζωντανά κόντρα σε όλους και όλα, που επιτυγχάνει τον σκοπό της. Να συγκινήσει τον αναγνώστη αρκετές φορές, αλλά και να τον προβληματίσει ακόμα περισσότερο, βάζοντάς τον σε ένα προσωπικό δίλημμα.

Το βιβλίο της Μαρίας Ρουσάκη, Μόνο τα μάτια μένουν, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός.