Έργο ωριμότητας του μεγάλου ελισαβετιανού Ουίλιαμ Σαίξπηρ –και σύμφωνα με τους μελετητές το τελευταίο του- η «Τρικυμία» The Tempest», περ. 1610- 11), συμπυκνώνει την πείρα ολόκληρης της συγγραφικής του πορείας, ενώ αποτελεί ύμνο και ταυτόχρονα αποχαιρετισμό στην θεατρική τέχνη και στην ίδια τη ζωή. Αφενός, πρόκειται για ένα βαθιά ποιητικό κείμενο που υφαίνει νοήματα τα οποία ακουμπάνε σε διαχρονικά ζητήματα, αιωνίως παρόντα, όπως: εξουσία, εκδίκηση, ελευθερία, διαφορετικότητα, αγάπη, συγχώρεση κ.α. Αφετέρου, για ένα ρομαντικό παραμυθόδραμα στο οποίο συνδυάζονται έξοχα το ανθρώπινο με το υπερβατικό, το δραματικό με το κωμικό και η κοινωνική περιπέτεια με την υπαρξιακή αναζήτηση.

Υπάρχει όμως κάτι αδιευκρίνιστο σ’ αυτά τα μεγάλα, κλασικά κείμενα που δεν μπορεί να αναλυθεί. Ως εκ τούτου, ο «διάλογος» μαζί τους παραμένει ανοιχτός, όσα χρόνια κι αν περάσουν.

Ορμώμενος λοιπόν από την σαιξπηρική «Τρικυμία», με κινητήρια δύναμη την ηρωϊδα της, Μιράντα, ο Λιθουανός σκηνοθέτης Όσκαρας Κορσουνόας, δημιούργησε την δική του ομώνυμη, σκηνική σύνθεση. Η «Μιράντα» του, ύστερα από την παρουσίασή της σε Λιθουανία, Ουγγαρία, Πολωνία, Ρουμανία, ταξίδεψε και στη χώρα μας, στο Θέατρο Πορεία, σε μία εκδοχή ειδικά προσαρμοσμένη για το ελληνικό θεατρόφιλο κοινό.

Εμπνευσμένη διασκευή

Όπως σημειώνει και ο ίδιος στο σκηνοθετικό του σημείωμα, βασίστηκε στην ερμηνεία του Γιαν Κοτ«ο οποίος βλέπει την Τρικυμία ως ένα κοινωνικό δράμα περί αέναης και παράλογης πάλης για την εξουσία».[1] Η ματιά του Πολωνού Θεωρητικού για την «Τρικυμία» που έθεσε πριν από 50 χρόνια στη θεατρολογική μελέτη του «Σαίξπηρ, ο σύγχρονός μας» -η οποία και κυριαρχεί στο προσεγμένο πρόγραμμα της παράστασης μεταξύ άλλων κατατοπιστικών δοκιμίων- συμπυκνώνει την ιδεολογική- αισθητική ανάγνωση που καταθέτει ο Κορσουνόβας.

Εξελίσσοντας κατ’ ακολουθίαν τη σκέψη του προς αυτή την κατεύθυνση -σε συνδυασμό και με τις προσωπικές του αντιλήψεις/βιώματα ως υπήκοος της Σοβιετικής Ένωσης-, εστιάζει στην κοινωνική διάσταση του έργου μέσα από τη διαλεκτική σχέση πατέρα- κόρης (κατ’ επέκταση Πρόσπερο- Μιράντας). Με τις απαραίτητες τροποποιήσεις και προσθήκες, συνδέει το σαιξπηρικό κείμενο με αναγνωρίσιμες ιστορικο- πολιτικές καταστάσεις του κοντινού παρελθόντος, που αποκαλύπτουν τον «Μεγάλο Μηχανισμό» της εξουσίας, ενώ ορθώς αφήνει μία χρονική απόσταση από το σήμερα. Παρόλο που διατηρεί από την πλοκή του έργου- πλαισίου τους βασικούς χαρακτήρες και τις μεταξύ τους σχέσεις εξουσίας, αφαιρεί εντελώς τις εμφανίσεις θεϊκών οντοτήτων (άλλωστε τον ενδιαφέρει μόνο ο άνθρωπος) και παραλείπει αρκετές κωμικές σκηνές  και διαλόγους δευτερευόντων προσώπων. Επιπλέον, εισάγει έναν πρόλογο που μετατοπίζει τη δράση, ενώ παραλλάσει και τον επίλογο του Πρόσπερο, ενσωματώνοντας οργανικά φράσεις του Βασιλιά Ληρ και του Μάκβεθ. 

Στην ευφάνταστη σκηνική μεταφορά του, τα επιμέρους επεισόδια της «Τρικυμίας» δραματοποιούνται από δύο μόνο ηθοποιούς -σε αρκετές στιγμές με φρενήρεις ρυθμούς- και παρουσιάζονται ως εγκιβωτισμένο έργο, εναλλακτικά με την κύρια πλοκή. Δημιουργείται έτσι μία φαντασιακή ψευδαίσθηση, όπου τα όρια είναι εσκεμμένα δυσδιάκριτα καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης. Υπάρχει λοιπόν η πιθανότητα ο θεατής να μην προλάβει να αφομοιώσει όλα τα νοήματα, ειδικά αν δεν γνωρίζει το πρωτότυπο κείμενο. Αξίζει όμως να το (ξανα) διαβάσει πριν πάει! Άλλωστε, όπως αναφέρει και ο πατέρας στη διασκευή του Κορσούνοβας: «Αυτό το βιβλίο δεν θα βαρεθούμε ποτέ να το διαβάζουμε».

«Το νησί είναι η σκηνή των μαρτυρίων του θηριώδους κόσμου»[2]

Βρισκόμαστε σ’ ένα μικροαστικό διαμέρισμα- «νησί» αυτοεξορίας, με δύο κατοίκους, τον μεσήλικα πατέρα και την ημιανάπηρη κόρη του. Το παλιό ραδιόφωνο, που εκπέμπει διαγγέλματα του Παπαδόπουλου και του Παττακού, μας τοποθετεί χρονικά στην πολιτικά φορτισμένη εποχή της δικτατορίας 1967-1974 (ή σε οποιοδήποτε ολοκληρωτικό καθεστώς). Μία ασπρόμαυρη τηλεόραση μεταδίδει τη «Λίμνη των κύκνων», το διάσημο μπαλέτο του Τσαικόφσκι, ενώ μία σκακιέρα, η τεράστια βιβλιοθήκη και τα διάσπαρτα βιβλία στο πάτωμα –σύμβολο γνώσης, σοφίας αλλά και παθητικότητας εν προκειμένω- μαρτυρούν πως ο κάτοικος είναι διανοούμενος. Το ελεγχόμενο «νησί» όμως, γρήγορα θα μετατραπεί σε θέατρο/υπερφυσικό χώρο, ο πατέρας σε σκηνοθέτη/μάγο και στο αποτελεσματικό σκηνικόπου αξιοποιείται ποικιλοτρόπως, θα ζωντανέψουν  τα αλλόκοτα και απόκοσμα πλάσματα της «Τρικυμίας».

Το έξυπνο παιχνίδι των φωτισμών (Αλέκος Αναστασίου), μέσω των κατάλληλων φωτιστικών εφέ, μας μεταφέρει αστραπιαία σε παραμυθένια και ειδυλλιακά μέρη που δεν υπάρχουν στο γεωγραφικό χάρτη, ενώ προβάλλει τη μαγεία της θεατρικής ψευδαίσθησης και ταυτόχρονα την αποδόμησή της. Η μουσική (Antanas Jasenka) που είναι διαρκώς παρούσα, με αισθαντικές μελωδίες και έμμεσες πολιτικές αναφορές («Τακα τακα», το δημοφιλές παιχνίδι των 70s που απαγορεύτηκε ως επικίνδυνο για διατάραξη κοινής ησυχίας (!) και έγινε τραγούδι), φωτίζει παράλληλα τις κωμικές πτυχές και την ονειρική διάσταση του έργου. Τα κουστούμια, χωρίς ιδιαίτερες χωρόχρονικές δεσμεύσεις, εναρμονίζονται με το όλο εγχείρημα (Σκηνικό- κουστούμια: Dainius Liskevicius).

Ιδανικό «εργαλείο» στα χέρια του σκηνοθέτη κρίνεται η σύγχρονη και ρέουσα μετάφραση του Νίκου Χατζόπουλου (2008), η οποία αναδεικνύει τη θεατρικότητα του έργου, δίνει ένα σημερινό, πιο οικείο τόνο στον σαιξπηρικό λόγο και ενισχύει τις ερμηνείες των δύο ηθοποιών.

Ερμηνευτικές αναλαμπές

Πίσω από το οπτικοακουστικό «αμπαλάζ» της παράστασης, ευτυχώς, δεν κρύβεται η υποκριτική ανεπάρκεια -που ουκ ολίγες φορές έχουμε δει να συμβαίνει- καθώς αναδύονται δύο ικανότατοι και ευέλικτοι ηθοποιοί, τους οποίους εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο και καθοδήγησε σωστά ο Κορσουνόβας. Αυτό είναι μάλιστα, σύμφωνα με τη δική μου άποψη, και το σημαντικότερο προσόν του -χαρακτηριστικό που εκλείπει από αρκετούς σκηνοθέτες στη χώρα μας.

Ο ταλαντούχος Λαέρτης Μαλκότσης, μέσα από μία πλούσια κλίμακα εκφραστικών διακυμάνσεων και με κινησιολογική άνεση, υποδύεται όλους τους ρόλους, πλάθοντας μία ισχυρή σκηνική περσόνα που αντανακλά την πολυδιάστατη φύση της ανθρώπινης ύπαρξης, με τα πάθη και τις αρετές της. Σε ρόλο κομπέρ αναλαμβάνει τη σκηνική αφήγηση και σε ρόλο σκηνοθέτη να δραματοποιήσει ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της Παγκόσμιας Λογοτεχνίας. Αξίζει να δει κανείς πως μεταμορφώνεται με ζηλευτή γρηγοράδα, από στοργικός πατέρας και αυστηρός δάσκαλος, σε κυρίαρχο μάγο Πρόσπερο, γκροτέσκο και πρωτόγονο Κάλιμπαν, νάρκισσο και θηλυπρεπή Φερντινάντο (αν και διαφωνώ με τη συγκεκριμένη οπτική). Σύμμαχοι του οι πολυδύναμοι φωτισμοί, το ηχητικό περιβάλλον, ένα αντικείμενο -σήμανση του κάθε ήρωα (μαντήλι, χνουδωτό μπουρνούζι, στρατιωτικό σακάκι, φουλάρι, ναυτικό πηλίκιο, γυαλιά κ.α) ή άλλοτε, μόνο η δυναμική κινησιολογία του!

Η Μιράντα, το πανέμορφο και αέρινο πλάσμα, που γέννησε η δημιουργική φαντασία του Σαίξπηρ στην πιο ώριμη περίοδο της συγγραφικής του καριέρας, απασχόλησε ιδιαίτερα τον σκηνοθέτη, ο οποίος το «είδε» ως ένα κορίτσι με ειδικές ανάγκες, σοβαρά προβλήματα στην κίνηση και την ομιλία, που ονειρεύεται να γίνει μπαλαρίνα και να ζήσει το παραμύθι με το ευτυχισμένο τέλος.

Η Ιώαννα Παππά, σ’ αυτόν τον δύσκολο ερμηνευτικά ρόλο –πρόκληση αλλά και παγίδα- καταφέρνει να αποδώσει τα μέγιστα, εκφραστικά και κινησιολογικά. Ως ευάλωτη και συμπονετική Μιράντα, είναι σαν μια «χρυσωμένη πεταλούδα» που κοιτάζει τον κόσμο από ψηλά με την αφέλεια, την περιέργεια και την αθωότητα ενός μικρού παιδιού. Ενσαρκώνει την παρθενική αγνότητα, την δύσκολη πορεία από την άγνοια στην γνώση και φυσικά την ελπίδα και την αισιοδοξία. Κατ’ εμέ, προσθέτει στο ενεργητικό της μία σημαντική και ολοκληρωμένη ερμηνεία. Με υποκριτική ευλυγισία μετακινείται και στον ρόλο του Άριελ, σκανταλιάρικο και σκοτεινό πνεύμα (με κάποιες φωνητικές υπερβολές) και ταυτόχρονα ανάλαφρη αιθέρια ύπαρξη, που θα πετάξει από την αιχμαλωσία στην ελευθερία και εν τέλει στην λύτρωση.

Ελπίδα για μια νέα αρχή

Ο κύκνος συμβολίζει το αθάνατο κομμάτι της ανθρώπινης ύπαρξης, δηλαδή την ψυχή. Όπως υπογραμμίζει και ο σκηνοθέτης, «η Μιράντα είναι η ψυχή του Πρόσπερο». Η τελική μεταμόρφωση σε κύκνο -εξαιρετικής αισθητικής εικόνα-  συμβολίζει κατά τη γνώμη μου και μία καθαρτική τελετουργία περάσματος από ένα δύσκολο παρελθόν και ένα απαισιόδοξο παρόν, στην ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον· από την άγρια επιθυμία για εκδίκηση στην ολοκληρωτική συγχώρεση· από την αδυναμία στη δύναμη· σε ένα ακόμη επίπεδο ανάγνωσης, από την κοινωνική και πολιτική «τρικυμία» στην γαλήνη. Θα μου πείτε, στο θέατρο εύκολα γίνονται θαύματα. Και στη ζωή όμως, μπορούμε να υπερπηδήσουμε εμπόδια που φαίνονται ανυπέρβλητα. Ακόμα κι αν ακούγεται κάπως ονειρικό όλο αυτό, ο Σαίξπηρ έδωσε την απάντηση αιώνες πριν: «Είμαστε από το υλικό που είναι φτιαγμένα τα όνειρα και τη ζωούλα μας ύπνος την περιβάλλει»[3]

Το τελευταίο, προσωπικό δημιούργημα αυτού του μεγαλοφυούς δραματουργού, «ταξιδεύει» ανά τους αιώνες και μέσα από την ματιά του Κορσούνοβας, φτάνει στο σήμερα ως ένα χρήσιμο, αλληγορικό παραμύθι που θέλει να μας πει ότι έχουμε την δύναμη να ξεπερνάμε τις πραγματικές «τρικυμίες» της ζωής και να κάνουμε μία καινούρια αρχή. Όπως η αγάπη δύο νέων ανθρώπων μπορεί να φέρει την ελπίδα, έτσι και ο πολιτισμός την πνευματική ελευθερία, ως αντίσταση σε οποιαδήποτε μορφή υποδούλωσης. Ίσως οι εξορίες και τα βασανιστήρια της Χούντας να φαντάζουν για εμάς σήμερα συμβάντα μακρινά, όπως και τα απολυταρχικά καθεστώτα της Σοβιετικής Ένωσης, ωστόσο αντανακλούν κάθε μελανή σελίδα στην Ιστορία της ανθρωπότητας.

Η «Μιράντα» σίγουρα μπορεί να διαβαστεί από πολλές και διαφορετικές σκοπιές. Aναμφισβήτητα πάντως, ως διασκευή και σκηνική πρόταση, αποτελεί μία γόνιμη προσέγγιση η οποία εμπλουτίζει την σαιξπηρική παράδοση.


[1] Από το σκηνοθετικό σημείωμα στο πρόγραμμα της παράστασης

[2] Γιαν Κοτ, Το μαγικό ραβδί του Πρόσπερο στο Γιαν Κοτ, Σαίξπηρ, ο σύγχρονός μας, μτφρ. Αλέξανδρος Κοτζιάς, Ηριδανός, 1970 (Από το πρόγραμμα της παράστασης)

[3] William Shakespeare, Τρικυμία, μτφρ. Νίκος Χατζόπουλος, Νεφέλη, 2008 (Τέταρτη Πράξη, σελ. 114)