Η Αδριάνα Χιμένες Γκαρσία στην τελευταία φράση στο επίμετρο του βιβλίου γράφει: «Του φαινόταν αδύνατο να γίνει κανείς συγγραφέας χωρίς να έχει αυτί ͘ του ήταν ασύλληπτο να είναι κανείς καλός αφηγητής χωρίς να έχει διαβάσει ποίηση». Αυτά τα λόγια αντανακλούν την πολύ ιδιαίτερη προσωπικότητα και την φιλοσοφία του συγγραφέα περί συγγραφής, ο κόσμος των λέξεων δεν συνάδει με τον κοινό παρονομαστή. Ο Σάδα, συνεχιστής της μεγάλης των Μεξικανών λογοτεχνών σχολής, αφηγείται μία ιστορία βγαλμένη όχι από την φαντασία του αλλά από τα βιώματά του στο Μεξικό, ένα Μεξικό όπως εκείνος το πλάθει στον λαβυρινθώδη νου του. Στα παιδικά του χρόνια άκουγε τις θείες του να καταθέτουν ιστορίες αλλοπρόσαλλες και παράταιρες, ιστορίες που διάβαζαν σε διάφορες φυλλάδες της εποχής και παραποιούσαν δραματοποιώντας τες. Ιστορίες από αυτές που συνεπαίρνουν τους ανθρώπους, προκαλούν συζητήσεις και χαρακτηρίζονται από αυθεντικότητα και ευρηματικότητα γιατί έχουν μία δόση αλήθειας αλλά είναι και ποτισμένες από το συναίσθημα και την προσωπική πινελιά που πολλές φορές δύσκολα ερμηνεύεται, πολλώ δε μάλλον αναλύεται με κοινά σχόλια και χαρακτηρισμούς.

Όλο αυτό το παλκοσένικο, που ο Σάδα έχει δημιουργήσει και μοιάζει με παράσταση για έναν ρόλο, είναι και μία ευκαιρία να αναμετρηθεί με την ίδια του την προσπάθεια να μιλήσει την γλώσσα της λαϊκής παράδοσης. Η ιστορία άλλωστε αφορά σε δύο μοδίστρες σε κάποιο χωριό του Μεξικού. Τι και αν η ιστορία ενέχει στοιχεία μυθοπλασίας, ο ίδιος παίζει ανοιχτά με το παρελθόν με βλέμμα στο παρόν. «Δεν είναι τυχαίο» μας λέει η Γκαρσία «ότι ένα από τα αγαπημένα του βιβλία είναι το Πειραματικό μυθιστόρημα του Ζολά». Και προσθέτει η ίδια για τον συγγραφέα πως «σε κάθε ιστορία, το πιο σημαντικό είναι η άποψη. Πρέπει να γνωρίζεις τον χαρακτήρα ͘ να τον έχεις εξερευνήσει από όλες τις πλευρές». Ο ίδιος ο συγγραφέας αναφέρει σχετικά με τα ιδιώματα που χρησιμοποιεί κατά την διάρκεια της αφήγησης το παρακάτω: «Η διερεύνηση της ντοπιολαλιάς είναι τόσο δύσκολη, όσο και της μεταφυσικής. Το λαϊκό λεξιλόγιο είναι ένα τεράστιο καζάνι γεμάτο άλυτα μυστήρια».

Ο Σάδα εδώ καταπιάνεται με μία ιστορία δύο δίδυμων ηρωίδων. Αυτές οι δύο γυναίκες μοιάζουν σιαμαίες, μία ψυχή σε δύο σώματα, ένας νους που παλεύει να αποκολληθεί αλλά πάντα παραμένει ενωμένος γιατί φοβάται το άγνωστο, το απόμακρο, το αφύσικο. Σαν κάποιες αχώριστες και παράξενες αρχέγονες θεότητες της εποχής των Αζτέκων ή των Μάγιας, αυτές οι δύο γυναίκες ποτέ δεν χωρίζονται, βιώνουν μία ζωή κοινότοπη και μονότονη μαζί, αδιαίρετες και πιασμένες χέρι χέρι μέχρι που αποκτούν μία περιουσία που τις καθιστά ευάλωτες και τις βάζει σε πειρασμό. Η καθημερινότητά τους είναι οι δυο τους και οι πελάτες που υποδέχονται αλλά που δεν έχουν τα εργαλεία για να εισβάλλουν στο απόρθητο φρούριό τους. Αυτές που ποτέ δεν κοίταξαν πέρα από το εργαστήριο ραπτικής που διατηρούν και τις «καλλιτεχνικές» εργασίες τους, που ποτέ δεν συνάντησαν τον έξω κόσμο παρά μόνο επιδερμικά, που ποτέ δεν γύρισαν το βλέμμα τους μήπως και καταπατηθεί το άβατο της σχέσης τους, τώρα είναι ενώπιον μιας συγκλονιστικής όσο και επικίνδυνης ή μάλλον ριψοκίνδυνης απόφασης για το μέλλον τους, το κοινό και βέβαιο μέλλον. Αυτό το μέλλον, το οποίο έμελλε να τις βρει μαζί να πορεύονται δίχως άλλο, ένα μέλλον στην επαρχία μακριά από φώτα και εξεζητημένες απαιτήσεις, είναι τώρα αβέβαιο και κρέμεται από μία κλωστή. Μπορεί ο γάμος της μίας να είναι η ταφόπλακα για την άλλη, μία μοιραία πόρτα που κλείνει για την μία και ανοίγει για την άλλη? Η δραματικότητα της στιγμής τις οδηγεί να πολεμούν ενάντια στο πεπρωμένο που μοιάζει να θέλει να τεμαχίσει κάθε σχέδιο που είχαν αποφασίσει και όλα αυτά για έναν άντρα, για έναν γάμο που μπορεί να καταστεί «ματωμένος» όχι από αίμα αλλά από ενοχές.

Οι αδελφές Γκαμάλ μοιάζουν να είναι ο καθρέφτης η μία της άλλης, ένας καθρέφτης όμως σπασμένος ή ραγισμένος θα μπορούσε να ξανακολλήσει; Τόσα ερωτήματα, τόσες αγωνίες, τόσες αγωνίες ξαφνικά γιατί άραγε; Αυτές που δεν επιθύμησαν ποτέ τίποτα και που δεν ανάτρεξαν σε πλούτη τώρα βρίσκονται μπροστά στην πιο κρίσιμη καμπή της ζωής τους. Δεν τολμούν να πουν αντίο η μία στην άλλη, η επιθυμία της μίας μοιάζει να είναι και της άλλης, αλλά υπόγεια και υποδόρια καμία δεν επιβραβεύει αυτή την επιλογή. Η μοίρα τους δεν είναι η αλλαγή πλεύσης αλλά η σύγκλιση, η συμπόρευση, η κοινή πορεία. «Μοιάζουμε ακόμα πολύ ή μάλλον η μεγάλη μας έγνοια επειδή μοιάζουμε είναι αυτό που μας ενώνει». Τελικά να το όπλο τους, η απίστευτή τους ομοιότητα, η κάθε αδυναμία είναι δύναμη, κινητοποιούνται από αυτόν τον μαγικό δεσμό και τίποτα δεν προβλέπεται να κλονίσει την σχέση τους, τίποτα όμως δεν είναι προδιαγεγραμμένο αν προηγουμένως δεν σφραγιστεί και κλειδωθεί. «Το πεπρωμένο δεν είναι παρά ένας ψεύτης διαβολάκος», θα καταφέρουν να του αντισταθούν;

Η λιτότητα στον λόγο του δίνει στον Σάδα την δυνατότητα να αποστασιοποιείται από τις περιγραφές του σαν να είναι το βιβλίο μία αυτοβιογραφία και όχι ένα μυθιστόρημα, η Γκαρσία υπογραμμίζει ξανά πως «η διορατικότητα της ματιάς του αφηγητή είναι τόσο βαθιά και ο τρόπος έκφρασής του τόσο εύγλωττος, που είναι αδύνατον να μην εμπλακεί κανείς ολοκληρωτικά σε αυτήν την ιστορία όπου η θέληση να γίνουν μία υπερισχύει κόντρα στις αποπλανήσεις της εξατομίκευσης και της ομαλότητας». Το κύριο θέμα που κυριαρχεί είναι αυτή η πάλη ενάντια στον δυισμό και την αποξένωση από την κοινόβια ζωή τους, θα μιλήσουν σκληρά, θα συγκρουστούν, θα έρθουν μπροστά σε ένα γόρδιο δεσμό, ποια θα τον κόψει; Στο επίμετρο θα μάθουμε πως ο συγγραφέας εφαρμόζει και επιστρατεύει το ιδίωμα. Είναι μία πεζογραφία συντονισμένη με το μέτρο των χρυσών αιώνων και ένα λεξιλόγιο πληθωρικό πλούσιο σε νεολογισμούς, αρχαϊσμούς και συντακτικές κατασκευές κάτι που του παρέχει την δυνατότητα να αποκαλύπτει χαρακτήρες πολύπλοκους και να παγιώνει την ακριβή κριτική απόσταση από το περιβάλλον μέσα στο οποίο κινούνται κι ασκούν την εξουσία τους οι δύο αδελφές. Σύμφωνα με τα λόγια του μεγάλου λογοτέχνη Αλβάρο Μούτις ο Σάδα υπήρξε ένας άψογος τεχνίτης, ο πιο φορμαλιστικός συγγραφέας της γενιάς του. Κύρια επίδραση στο έργο αυτό είχαν η Άουρα του Κάρλος Φουέντες, το Μπάρτλεμπι του Χέρμαν Μέλβιλ και τα Εγκλήματα της οδού Μοργκ του Έντγκαρ Άλλαν Πόε. Τα λόγια του ίδιου του Σάδα είναι χαρακτηριστικά για το ύφος που επέλεξε να ακολουθήσει πιστός στον τρόπο προσέγγισης της συγγραφής: «Από τη στιγμή που άρχισα τη συγγραφή του μυθιστορήματος μου αποφάσισα να μην είμαι ιδιαίτερα εμφατικός με τη γλώσσα. Μία από τις αλλαγές, σε σχέση με τα προηγούμενα βιβλία μου, ήταν η χρήση σύντομων φράσεων, διαλόγων και πάνω απ’όλα, η επιθυμία να αφιερωθώ αποκλειστικά στην ιστορία, χωρίς παρεκβάσεις οποιουδήποτε τύπου».

«Η λήθη είναι δύσκολη, γιατί είναι σαν φάντασμα που μπαινοβγαίνει στις σκέψεις μας όταν θέλει, αλλά ο χρόνος είναι πιο σοφός γιατί περιέχει τον θάνατό σου και τον δικό μου».

«Μην κάνεις ποτέ ένα καλό που οι άλλοι μπορεί να κρίνουν ως κακό».

«Μόνο εγγύτητα όπου η σιωπή είναι, θα ήθελε να είναι, προκείμενη, ίσως γύμνια, έρωτας, πίστη, υπόσταση: βεβαιότητα που διαπερνάει: πάθος που παρατείνεται».

Το βιβλίο, Μία από τις δύο της Ντανιέλ Σάδα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.