Οι συγγραφείς βάζουν στοιχήματα. Με τον εαυτό τους συνειδητά ή ασυνείδητα. Γι’ αυτά τα μικρά και μεγάλα στοιχήματα ήθελα να σας μιλήσω. Και για την πρωταρχική εικόνα που κατακτά το μυαλό μου και με ωθεί προς μια ιστορία.

Ξεκίνησα τη λογοτεχνική μου παρουσία με μικρές νουβέλες. Ένα ζευγάρι που χάνεται σε ένα όμορφο δάσος, ένας άντρας που έρχεται με καταιγίδα, μια συγγραφέας που γράφει σε ένα ξενοδοχείο και  παρακολουθεί ένα ζευγάρι που συναντιέται στο διπλανό δωμάτιο είναι οι πρώτες εικόνες που στοίχειωσαν το μυαλό μου και γύρω τους έπλεξα τις πρώτες μου διηγήσεις.

Όταν άφησα τη μορφή της νουβέλας για να αναμετρηθώ με το μυθιστόρημα έκανα δυο βήματα προθέρμανσης που δεν ήταν προμελετημένα. Το πρώτο είχε σχέση με το μέγεθος. Στον «Οίκο ενοχής» η μορφή δεν είχε απομακρυνθεί από τα προηγούμενα βιβλία μου, ούτε ο εσωτερικός ρυθμός του λόγου. Όμως το μέγεθος είχε αυξηθεί και το περίγραμμα των χαρακτήρων έγινε πιο ευδιάκριτο. Στο επόμενο βιβλίο κάνω ένα άλμα περνώντας στο αστυνομικό μυθιστόρημα. Αλλαγή είδους, ύφους, αναμέτρηση με το συγκεκριμένο, με το κοινωνικό πλαίσιο, με τους διαλόγους, με την ιστορία που περιπλέκεται για να λυθεί και απαιτεί συνέχεια και λογική επεξεργασία. Στο «Ο κύριος Μάριος μετάνιωσε αργά» μυστικά που έχουν σχέση με την πατρότητα κρύβονται πίσω από την εικόνα του πρώτου φόνου. Ένας άντρας με καπαρντίνα και ρεπούμπλικα βρίσκεται δολοφονημένος καθισμένος σε μια πέτρινη βρύση σε ένα νησί. Στο «Δώδεκα Θεοί τρεις φόνοι» κεντρικός ήρωας είναι μια λουτρόπολη σε ντεκαντάνς, το Λουτράκι. Το κοινωνικό πλαίσιο μπαίνει σε πρώτο πλάνο, παύει να είναι φόντο του ψυχολογικού που είναι πανταχού παρών. Ο φόνος μιας γυναίκας μέσα σε ένα ινστιτούτο αισθητικής, τυλιγμένη μέσα σε μια πλαστική κουβέρτα πυροδοτεί την έρευνα. Στη «Μνήμη της Πολαρόιντ» ένας ανεξιχνίαστος φόνος οδηγεί την πλοκή. Η εικόνα που κινητοποίησε τη γραφή: ένας άντρας δολοφονημένος πάνω σε ένα καροτσάκι στο τούνελ της Άνω Γατζέας στο Πήλιο. Πήρα το ρίσκο να κάνω μέσα από ένα αστυνομικό μια τοιχογραφία μορφών του ελληνικού εμφυλίου, να φωτίσω χωρίς παρωπίδες, ελπίζω, ανθρώπους που βρέθηκαν από τη μια ή την άλλη μεριά, κυρίως όμως να μιλήσω για το σήμερα, για το τραύμα των παιδιών τους. Στο κοινωνικό και ψυχολογικό στοιχείο των αστυνομικών μου πρόσθεσα το ιστορικό. Πάλεψα να δέσω λογοτεχνικά το παρόν της έρευνας με το παρελθόν της μνήμης, προχωρώντας πάνω στους δρόμους του αστυνομικού μυθιστορηματικού ιδιώματος.

Η εικόνα που έγινε κινητήρια δύναμη στην «Πηνελόπη των τρένων» που μόλις κυκλοφόρησε είναι ένας νεκρός μετανάστης ανάμεσα σε βαλίτσες στον σταθμό του Μονάχου το 1965 την ημέρα που καταφθάνει ο Καζαντζίδης για σειρά συναυλιών. Θέλησα να συνδέσω τη μετανάστευση του ’60 στη Γερμανία με τη σημερινή κατάσταση. Ένα υφαντό στον λαιμό του νεκρού θα ενώσει πόλεμο, εμφύλιο, Έλληνες μετανάστες στη Γερμανία και Πακιστανούς στην Ελλάδα.

Πιστεύω στη δύναμη και την αξία του αστυνομικού μυθιστορήματος. Εξελίσσεται, προσαρμόζεται γρήγορα, είναι άμεσο. Ταιριάζει στην εποχή μας. Γι’ αυτό και παρέμεινα στο είδος που τόσο αγαπούσα από παιδί.

Info: Η Μαρλένα Πολιτοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1950. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Δημοσιογράφησε σχεδόν είκοσι χρόνια σε εφημερίδες (Η ΑΥΓΗ, ΤΑ ΝΕΑ) και στο ραδιόφωνο (ΕΡΑ). Δίδαξε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών στα Τμήματα Επικοινωνίας και ΜΜΕ. Έχει εκδώσει μυθιστορήματα και νουβέλες. Μεταφράζει από τα γερμανικά. Από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ κυκλοφορούν επίσης τα μυθιστορήματά της Η μνήμη της πολαρόιντ και Ο κύριος Μάριος μετάνιωσε αργά.

*Αναδημοσίευση από το περιοδικό Culturenow Mag, τεύχος 33

Φωτό: View Photo Agency, credit: Σπύρος Δ. Κατοπόδης