«Μοντέρνα», «παλιά», «γυναικεία», «πολιτική» και διάφοροι άλλοι χαρακτηρισμοί συνοδεύουν συχνά την ποίηση, δίνοντάς της πρόσημο και έτσι περιορισμένη υπόσταση. Διατρέχοντας  τα χρόνια, αυτό που σίγουρα βλέπουμε να αλλάζει, είναι η τεχνική φόρμα του δημιουργού. Παρόλα αυτά, η  ύπαρξη του θεϊκού στοιχείου, η αμφισβήτηση του, ο θάνατος, ο έρωτας, η εξουσία παραμένουν οι βασικοί θεματικοί άξονες , κοινοί σε κάθε ποιητή. Οι λέξεις και ο ρυθμός, είναι τα μοναδικά μέσα για την έκφρασή του.

Με βάση τα παραπάνω, θα ήταν δύσκολο να ορίσω την ποίηση ως «σύγχρονη» και «ελληνική». Μπορώ όμως, να δω τη θέση της στον παρόντα χωροχρόνο. Θα σκεφτόταν λοιπόν κανείς, πως είναι μάλλον πολυτέλεια να μιλάμε σήμερα για κάτι τόσο μη πρακτικό. Κανένας δεν εξασφαλίζει  τον βιοπορισμό του με στίχους και κανένας  δεν πληρώνει τους φόρους του με λέξεις. Η ποίηση δεν προσφέρει εργασία, δεν παρέχει κάποιο οργανωμένο σύστημα υγείας, ούτε διατηρεί το δεδομένο για όλους, δικαίωμα στην εκπαιδευτική διαδικασία.

Και παρά το παράδοξο του πράγματος, ακριβώς εδώ είναι η κατάλληλη στιγμή να μιλήσουμε για την επιτελεστικότητα της ποίησης. Αφού οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες δεν παρέχουν καμιά ασφάλεια και αφού πια οι επιστήμες και η τεχνολογία δίνουν μόνο βεβαιότητες και δεδομένα,  κάποιος τρόπος θα πρέπει να υπάρχει για να ειπωθεί και το αδύνατο. Ο φόβος, η ενοχή, η επιθυμία, η αγάπη. Κάπως θα πρέπει να εκφραστεί η αμφισβήτηση και η αντίσταση, η παραμονή στην εαυτό. Οι λέξεις έχουν τη δύναμη αυτή. Μέσω της αυτάρκειάς τους και της ύπαρξής τους στα χρόνια, μπορούν να μεταφέρουν όλες αυτές τις έννοιες που προϋπάρχουν της έλευσής μας. Και αν παλιά η λέξη «νύχτα» σήμαινε «σκοτάδι», όπως και τότε έτσι και τώρα, ο καθένας από εμάς, σύμφωνα με τα βιώματά του προσδίδει την προσωπική του σημασία σε κάθε μια από τις λέξεις αυτές. Ο καθένας από εμάς λοιπόν, φτιάχνει το δικό του λεξιλόγιο, αυτό με το οποίο θα εκφράσει τον απόηχο της ιστορίας του.

Και ο ποιητής, αυτός που δεν μένει στην ιδιότητα, αλλά στην εργασία του, είναι ο βοηθός στη συντήρηση της μνήμης. Είναι ο φίλος του χαμένου χρόνου, της έλλειψης του ορατού σκοπού. Είναι ο τυχερός που όχι μόνο μπορεί να ξεκουραστεί , έστω και λίγο, από τα βαρίδια των λέξεων του, αφήνοντάς τα στο χαρτί αλλά και που μπορεί να έχει την ευκαιρία της έκπληξης, συναντώντας  κατά τη γραφή, εμπειρίες ξεχασμένες ερχόμενες από το παρελθόν. Αναγκαίο όμως είναι, η προσωπική του αυτή απόλαυση να συναντά τη συνολική επιθυμία και έτσι το προσωπικό του βίωμα να παίρνει τη μορφή συμβόλου.

Info: Η Μαρία Κουλούρη γεννήθηκε στη Χαλκίδα το 1975. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ως Λογοθεραπεύτρια, Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας και εμψυχώτρια θεατρικής ομάδας ενηλίκων με αυτισμό και νοητική υστέρηση. Θεατρικά της μονόπρακτα, έχουν παρουσιαστεί σε μορφή θεατρικού αναλογίου, από το Διεθνές Ινστιτούτο Θεάτρου της Αθήνας. Το «Μουσείο Άδειο» είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή και κυκλοφόρησε το 2013 από τις εκδόσεις Μελάνι. Για τη συλλογή αυτή, βραβεύτηκε από την Εταιρεία Ελλήνων Συγγραφέων με το βραβείο «Γιάννη Βαρβέρη».  Επίσης, ήταν υποψήφια στην κατηγορία πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή, στα λογοτεχνικά βραβεία του περιοδικού «Ο Αναγνώστης». Έχει γράψει το σενάριο της ταινίας μικρού μήκους με τίτλο «Μη με λησμόνει», σε σκηνοθεσία του Γιώργου Πατεράκη.

* Αναδημοσίευση από το περιοδικό Culturenow Mag, τεύχος 31

Φωτό: Αντώνης Τσούλος