Σε έναν από τους ελάχιστους εναπομείναντες συναυλιακούς πνεύμονες της Αθήνας, στο Fuzz Live Music Club πραγματοποιήθηκε την Τρίτη 7 Οκτωβρίου μία από τις μεγαλύτερες ροκ συναυλίες του φθινοπώρου, αυτή των alternative country rockers απ’ το Denver, Wovenhand.


To μουσικό μόρφωμα των Wovenhand, απότοκο των μεγάλων και αξιοσέβαστων 16 Horsepower επέστρεψε στην Ελλάδα, με μπροστάρη όπως πάντα την απόκοσμη καλλιτεχνική περσόνα του Dave Eugene Edwards, έχοντας στις αποσκευές τους την 7η κατά σειρά κυκλοφορία τους, το, κατά τους κριτικούς κορυφαίο τους album, ‘Refractory Obdurate”.

Όπως ήταν αναμενόμενο ο χώρος του Fuzz προσέγγισε την πληρότητα καθώς άρχισαν να συρρέουν από νωρίς τόσο οι πιστοί οπαδοί του κυρίου Edwards, ήδη από την εποχή των 16 Horsepower, όσο και οι νεότεροι fans του συγκροτήματος, που αγάπησαν και τη μελωδική του πρόταση μέσα από τις μεταμεσονύκτιες επαναλήψεις των cult Krimis του Πάνου Κοκκινόπουλου.

Η έναρξη της βραδιάς έδωσε στο κοινό την ευκαιρία της γνωριμίας με ένα από τα πλέον αξιόλογα μουσικά δείγματα με ονομασία προέλευσης, με το ακουστικό κιθαριστικό set των Moa Bones και με το άρρεν ήμισύ τους, Δημήτρη Αρώνη, ο οποίος κέρδισε τις εντυπώσεις τόσο με πρωτότυπες συνθέσεις του project όσο και με λιτές και καθαρές διασκευές του Johnny Cash.

Μετά από μια διόλου ευκαταφρόνητη αναμονή κοινού, στήθηκαν εκατέρωθεν της σκηνής τα γνώριμα στους φίλους των Wovenhand μικρόφωνα που συντελούν τα μάλα στα συναυλιακά ατμοσφαιρικά εφέ της μπάντας και ο κύριος Edwards και η συντροφιά του έτυχαν μιας ενθουσιώδους αποδοχής δηλώνοντας ξεκάθαρα τις διαθέσεις τους με το εκκωφαντικό “Hiss”. Η συνέχεια της βραδιάς επιβεβαίωσε τις προσδοκίες των οπαδών τους και τους φόβους των λιγότερο μυημένων κοριτσιών κάθε ηλικίας που αποτελούσαν σημαντικό ποσοστό των παρευρισκομένων: Την αλλαγή των Wovenhand. Την αλλαγή τους προς το βαρύτερο, προς το δυνατότερο, την αλλαγή τους προς το καλύτερο. Αφήνοντας στην άκρη τις κλασσικές ενορχηστρώσεις της folk και της Americana, χωρίς να απαρνούνται στο ελάχιστο τις καταβολές τους, τουναντίον ανεβάζοντάς τες σε ένα σύγχρονο, εξελιγμένο επίπεδο, oι Wovenhand εξέλιξαν επί σκηνής το σκοτάδι τους, πηγαίνοντάς το ένα βήμα παραπέρα, αναδεικνύοντας την ποιότητα των συνθέσεων τους μέσα από τα καλύτερα και πιο μανιασμένα κρουστά που έχουν επιδείξει ποτέ και τις πιο στιβαρές κι επιβλητικές κιθάρες.

Μετά το καθιερωμένο encore, το πρώτο σκέλος τους οποίου ήταν και μια από τις καλύτερες στιγμές της βραδιάς, με τον Edwards να ερμηνεύει μοναχικά και ιεροτελεστικά το “Whistling Girl” εξήχθη το μουσικό συμπέρασμα μιας ακόμα δυνατής συαυλιακής εμπειρίας: ένα από τα βασικότερα συστατικά μιας πραγματικά σημαντικής μπάντας είναι η εξέλιξη, η οποία οφείλει να συνοδεύει τη διάρκεια στο χρόνο. Η εξέλιξη των Wovenhand ενθουσίασε πολλούς ενώ απογοήτευσε άλλους, ανάλογα με τα ακούσματά τους, τις μουσικές προτιμήσεις τους και το βαθμό “συγγένειας” τους με το συγκρότημα. Ωστόσο επιβεβαίωσε ότι ο Dave Eugene Edwards και οι μουσικοί του συνιστούν μουσικό μέγεθος με αυταπόδεικτη δυναμική και τεράστιες δυνατότητες που δεν αφήνουν το χρόνο να κάνει τη δουλειά του, παρά τον καβαλάνε και πετάνε στην επόμενη μουσική εμπειρία.