Θα της πήγαινε να τη λένε Μπλανς· αχνή, ευάλωτη, με μελένια ξανθάδα, ήθελες να τη ζουλήξεις,
ίσως και να την δαγκώσεις με τρόπο, αλλά σε φρέναρε η εύθραυστη ισορροπία της, το απροστάτευτο καμπυλωτό κοριτσίστικό κορμί, αφημένο δίπλα σου μ’ αυτή την εμμονή στην απόρριψή της εκ μέρους των άλλων, εξ αιτίας των υπεροπτικών βλεμμάτων των γυναικών για το ανύπαρκτο κοινωνικό στάτους της, που την έκαναν να καταρρεύσει στο μέσον της φιέστας, ενώ η διάθεση όλων ήταν για όλους καλή, κι όμως η Μπλανς, ντελικάτη, διάφανη μέσα σ’ ένα βερικοκί περλέ φόρεμα που θα μπορούσε να είναι κομπιναιζόν, τόσο επιθυμητή, έσβησε ξαφνικά απ’ την εισαγγελική τρομοκρατία του καλού γούστου σοφιστικέ γυναικών και τη σιγουριά των φίνων νεαρών κανιβάλων της αντροπαρέας που είχε αυτάρεσκα αρκεστεί στο να στρίβει τσιγαριλίκια και ν’ ανταλλάσσει ροκάδικες ηρωικές ιστορίες αντοχής στις ηδονές και κόντρας στο κατεστημένο, η Μπλανς, μου ψιθύρισε πως ήθελε να φύγουμε γιατί αισθανόταν ασφυχτικά μ’ όλες αυτές τις ματιές πολιτισμένης απόρριψης.
Καθισμένοι στο στενό κουπέ της, δεν έβαλε μπρος, κοιτούσε πέρα, μακριά, πουθενά, στο σκοτεινό προαστιακό δρομάκι με τα δένδρα και τον φωτισμό της νύχτας που έπαιζε πάνω της σχεδόν μαγικά, ανίκανη για οποιαδήποτε κίνηση ή ομιλία. Αυτό το άφησμα, αυτή η απουσία της συν το βουβό λυγμικό τέμπο που προστέθηκε μαζί με το γλίστρημα της λεπτής σατινέ τιράντας απ’ τον απαλό ώμο στο μπράτσο με το χρυσαφί χνούδι, έστειλε ένα ρεύμα για παρορμητικό, ξαφνικό έρωτα μέσα στο αμάξι με αλμυρά δάκρυα και πυρετικό καλπασμό…
Την κοίταξα προσεχτικά, υπήρχε μήνυμα: κάντε με δική σας ενόσω θα αισθάνομαι μόνη. Το σύνδρομο Γκρέτα Γκάρμπο σ’ όλο του τον πανωλεθρίαμβο.
Δεν ήμουν σίγουρος αν έπρεπε να της κάνω τη χάρη. Αν είχα πέσει έξω. Πάντα οι αμφιβολίες. Καμιά σιγουριά, ποτέ, για τίποτα.
Γύρισε το κλειδί και το ελαφρύ διθέσιο κύλησε μέσα στη νύχτα και την αοριστία. Δεν ξέραμε τι να πούμε.
Τι είχε συμβεί; Πού ήταν ο πόθος που κάποτε βουτούσα χωρίς σκέψη στον μαγνητικό χωροχρόνο του και στο λούσιμο απ’ τα νερά με την χαλκόχρυση μαρμαρυγή τους; Μπορεί να ‘χει τελειώσει αυτό;
Έξω απ’ το τζάμι το ξημέρωμα έσβηνε την προηγούμενη νύχτα κι έβαζε μπρος για την καινούρια μέρα.
Ινφο: Γεννήθηκε το 1944 στον Πειραιά και μεγάλωσε στο Πασαλιμάνι και στην Αθήνα με επιδόσεις στη βιβλιοφαγία, στους κλασικούς μυθιστοριογράφους, στον κλασικό αθλητισμό, στο πινγκ – πονγκ, στο μπιλιάρδο και στο ροκ εντ ρολ. Απέφυγε τα αμφιθέατρα των πανεπιστημίων και προτίμησε τη δράση των δρόμων, των καφέ και των ταξιδιών. Διάλεξε την ηθοποιία από αντίδραση στην αντίληψη, που θεωρούσε τους ηθοποιούς ελαφρών ηθών. Διδάχτηκε θέατρο στη Δραματική Σχολή Αθηνών και έκανε χορό με τη Ζουζού Νικολούδη, τον Άλβιν Νικολάις, τον Μερς Κάνινγκχαμ και τον Άλβιν Έιλυ. Στη Νέα Υόρκη έμαθε να επιβιώνει χωρίς να το κάνει θέμα. Εγκατέλειψε το χορό, γιατί, βαριά η καλογερική. Έπαιξε στο θέατρο, στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση. Κάνει καθημερινά ραδιόφωνο. Το 2008 εκδόθηκε το πρώτο βιβλίο του με τον τίτλο «Ως εκ θαύματος» το οποίο αποτελεί το πρώτο μέρος μιας αυτοβιογραφικής τριλογίας, που συνεχίζεται με το «Complete unkown» (2009) και ολοκληρώνεται με το «Πανωλεθρίαμβος» (2010).
Photo: Τάκης Διαμαντόπουλος, Σπύρος Δ. Κατοπόδης




























