Μπορεί η κίνηση και μόνο να δημιουργήσει συναίσθημα στον θεατή;  Ήταν το ερώτημα με το οποίο ξεκίνησα τη δημιουργική διαδικασία του AGAIN…

… κάτι που οδήγησε στην έρευνα και από εκεί στην τριλογία μιας διαδικασίας θέασης με κύρια χαρακτηριστικά την αλληλεπίδραση χορευτή-θεατή.
 
 
 
Moving from side to side
 from now to now
 in a forever changing moment
 allowing consciousness
 to perform itself
 in a dance without an ego
 of a body without a mind
 which tunes into whatever is
 with no judgement
 

Κινούμενη από πλευρά σε πλευρά
 από το τώρα στο τώρα
 σε μια παντοτινά μεταλλασσόμενη στιγμή
 επιτρέποντας στη συνειδητότητα
 να παραστήσει τον εαυτό της
σ’ένα χορό χωρίς εγώ
ενός σώματος χωρίς νου
 που συντονίζεται σε ό,τι είναι
 χωρίς επίκριση
 

Μπορεί η κίνηση και μόνο να δημιουργήσει συναίσθημα στον θεατή;  Ήταν το ερώτημα με το οποίο ξεκίνησα τη δημιουργική διαδικασία του AGAIN , κάτι που οδήγησε στην έρευνα και από εκεί στην τριλογία μιας διαδικασίας θέασης με κύρια χαρακτηριστικά την αλληλεπίδραση χορευτή-θεατή. Το ερώτημα προέκυψε από τη  θεωρεία των συναισθημάτων (the doctrine of affections), μια έννοια της μπαρόκ μουσικής βάση της οποίας ήταν παραδεκτό ότι η μουσική έχει επιρροή πάνω στον ακροατή.

Με την έννοια επιρροή (affect) υποδηλώνεται αλλαγή πάνω σε κάτι άλλο. Είναι η συνέπεια να εισέλθει κανείς σε μία νέα κατάσταση. Στο AGAIN προχωρήσαμε  σε περεταίρω εξερεύνηση της κίνησης και μόνο. Πώς η κίνηση του σώματος οδηγεί στην κίνηση των συναισθημάτων στους χορευτές, αλλά και πώς μεταφέρεται ως κίνηση συναισθημάτων στους θεατές μέσω μιας κιναισθητικής  διαδικασίας.  Προσκαλέσαμε τους θεατές να μοιραστούν το χώρο μαζί με τους χορευτές, οδηγώντας τους σε ένα ταξίδι ειλικρινούς παρουσίας στην οποία πιθανόν να ανταποκρίνονταν κιναισθητικά.  Προσπαθήσαμε να αποφύγουμε την αναπαράσταση συναισθημάτων ή συμβόλων με θεατρικό τρόπο και επιδιώξαμε να φτάσουμε στην συν-κίνηση μέσα από την επαναλαμβανόμενη κίνηση του σώματος (Being in e/motion rather than presenting or representing it).
 
Η πρακτικότητα που απαιτείται για να επαναλαμβάνει κανείς κάτι ξανά και ξανά μας ανάγκασε να φτάσουμε σε έναν άμεσο και ακατέργαστο τύπο παράστασης που επιτρέπει στην κανονικότητα να γίνει ένας τρόπος που βιώνει κανείς την επιρροή. Οι θεατές ανταποκρίθηκαν κιναισθητικά και ήταν μέσα στη δράση ως αντίδραση και ανάδραση, ανταλλάσσοντας κινησιολογική ενέργεια με τους χορευτές  και αντίστροφα. Στη συνέχεια ήθελα να συνεχίσω να πειραματίζομαι θέλοντας να απομονώσω ακόμη περισσότερο την κίνηση στην πιο απλή μορφή επανάληψης, μέσα από μια ακόμη πιο απλή χορογραφική δομή.

Αποφάσισα να δουλέψω ένα σόλο όπου θα έμενα επιτόπου και επέτρέψα στον εαυτό μου να κινούμαι μόνο από πλευρά σε πλευρά. Κάλεσα στη διαδικασία την Εύη Χαράκη Μαχαιρα ως μέντορα-καθοδηγητή και τον Παντελή Διαμαντίδη ως σχεδιαστή ήχου.
 
Στην αρχή ένιωθα πραγματικά την επιστροφή στο σώμα σαν να ήμουν μέσα σε κομμάτι της δεκαετίας του 70 στην Αμερική, ή ως μέλος τελετουργίας κάποιας αρχαίας φυλής.
 Δυστυχώς όμως ο νους μου και η δημιουργική μου ικανότητα και συνήθεια δεν με άφηναν απλώς να κινούμε όπως ήταν το στοίχημα που έθεσα. Συνεχώς ο κριτής μέσα μου ταξινομούσε τις κινήσεις σε κατηγορίες ως καλές, κακές, σωστές, λάθος, όμορφες, ενδιαφέρουσες, βαρετές , θεατρικές, αφηρημένες, συγκεκριμένες. Ήθελα να ελευθερωθώ από το όργανο του σώματος που ονομάζετε «νους» ή τουλάχιστον να μην το αφήνω να υπερισχύει.
 

Ήθελα η κίνηση να προκύπτει και να μην είναι προσχεδιασμένη, ήθελα να είμαι και όχι να σκέπτομαι. Ήθελα να δημιουργήσω κίνηση-χορό μέσα από τον συντονισμό με το είμαι. Η Εύη εισηγήθηκε βασικές αρχές του διαλογισμού ως προθέρμανση για την πρόβα αλλά και ως εργαλεία-αρχές. Θα έπρεπε να έρθω στο εδώ και στο τώρα, στο είμαι παρά στο σκέφτομαι, στο υπάρχω παρά στο πρέπει να δικαιολογήσω την ύπαρξη μου.

Εστιαστήκαμε λοιπόν:
 Στο συντονισμό με τον εσωτερικό ρυθμό
 Στον συντονισμό με το αιώνιο παρόν
 Στην επαναληπτική κίνηση.
 Για να καταλήξουμε στην άφεση

Με τα τρία πιο πάνω ο νους σταμάτησε την προσπάθεια του για κρίση-έγκριση-επίκριση και άρα σταμάτησε να γίνεται δημιουργικός. Αποδέχτηκε το είμαι ως πραγματικότητα παρά να απασχολείται με το πως είμαι. Αυτό έφερε μαζί του μια αίσθηση άφεσης οποιονδήποτε προσπαθειών ή προσδοκιών πέρα του είμαι ότι είμαι (I am that I am) και έτσι η άφεση μεταλλάχτηκε σε απόλυτη ελευθερία. Την επιθυμία μου για συντονισμό με το είμαι, ονόμασα πίστη. Η πίστη όμως ταυτόχρονα εμπεριέχει ως έννοια την ευθύνη και παίρνει το ρίσκο ότι υπάρχει ή θα υπάρξει κάτι χωρίς την νοητική επιβεβαίωση. Αυτό που πιστεύω δεν χρειάζεται επιβεβαίωση γιατί διαφορετικά δεν είναι πίστη. Με την πίστη ήρθε η εμπιστοσύνη.
 

Όμως πιο συγκεκριμένα τι εμπιστεύομαι όταν χορεύω το Tune In; Εμπιστεύομαι ότι η κίνηση που έρχεται είναι η πιο τέλεια πιθανότητα μιας και αυτή είναι. (το τέλεια εδώ ως ειλικρινή και η ειλικρίνεια ως η ιδανική εκδοχή της αλήθειας). Εμπιστεύομαι ότι, ό,τι έρχεται, είναι ουσιαστικό έστω κι αν είναι μη κατανοητό από το νου. Εμπιστεύομαι ότι η αναπνοή και η καρδία είναι πάντα σημεία αναφοράς και ταυτόχρονα πλατφόρμες μετάβασης στην επόμενη στιγμή. Εμπιστεύομαι ότι πάντα υπάρχει η επόμενη στιγμή. Εμπιστεύομαι ότι αν είμαι συνδεδεμένη με το ‘τώρα’ έχω ήδη μεταβεί στην επόμενη στιγμή γιατί το τώρα είναι αιώνιο.
 

Συντελεστές
Ιδέα/ Δημιουργία / Ερμηνεία: Λία Χαράκη
 Μουσική και σχεδιασμός ήχου: Παντελής Διαμαντίδης
 Σύμβουλος-καθοδηγητής: Εύη Χαράκη Μαχαιρά                                                                                                                       
 
Φωτιστής: Alexander Jotovic                                                   
Sound engineer: Γιάννος Ιωνάς   
Διεύθυνση παραγωγής: Γιάγκος Χατζηγιάννης
 

Info:
Η Λία Χαράκη κατάγεται από την Κύπρο. Είναι χορογράφος και δημιουργεί από το 2003 μέσα από την ομάδα .pelma. Έργα της παρουσιάστηκαν σε πάνω από 15 χώρες, βραβευτήκαν σε πλατφόρμες χορού και είχαν επιλεγεί στην τελική δεκάδα του δικτύου Aerowaves δύο φορές. Είναι λέκτορας στο πρόγραμμα χορού του Πανεπιστημίου Λευκωσίας. Η πρακτική της ‘Standup PerformDance’ διδάσκεται σε διάφορα φεστιβάλ  και κέντρα χορού όπως το φεστιβάλ Καλαμάτας, Impuls Tanz στη Βιέννη, Dance House Tilburg. Το 2005 προέτρεψε τη δημιουργία της Στέγης Σύγχρονου Χορού Λεμεσού, η οποία κατάφερε να παρέχει μία ουσιαστική σύνδεση μεταξύ της κυπριακής χορευτικής κοινότητας με την υπόλοιπη Ευρώπη.