Το θυμάμαι σαν σήμερα, τρίτη Δημοτικού, η δασκάλα να μου επιστρέφει την έκθεση που έγραψα για την πρώτη μέρα στο σχολείο. Από διορθώσεις ανέγγιχτη. Δεν είναι λάθος, μου είπε. Αλλά ούτε και σωστά αυτά που έγραψες. Το μη σωστό και μη λάθος ήταν η σύνταξη του κειμένου στη διάλεκτο. Αλλιώς γράφουμε, αλλιώς μιλάμε, μου είπε. Να την κάνεις ξανά.

Η γλωσσική διγλωσσία με κυνηγά από τότε, τη βρίσκω μπροστά σε όλη μου τη ζωή. Σκέφτομαι στη διάλεκτο, μιλώ κυπριακά με τα παιδιά και τους φίλους μου και μη με ακούσετε να μιλώ με την μάνα μου. Τα παχιά σίγμα και τα τζι κάνουν γιορτή! Στη δουλειά μου όμως, ενδύομαι την κοινή ελληνική. Και στις επίσημες εκδηλώσεις. Και στον γραπτό λόγο. Όπως τώρα που γράφω. Επειδή, όπως είχε πει και η δασκάλα μου τότε, δεν υπάρχει ακριβώς σωστό ή λάθος, απλώς αλλιώς μιλάμε και αλλιώς γράφουμε. Αρχή που προφανώς έκανα αποδεκτή.

Αλλά τι γίνεται όταν γράφουμε λογοτεχνία; Τι γίνεται όταν αυτό που θέλεις να πεις πηγάζει από το βαθύτερο είναι σου και αυτό που πραγματικά είσαι; Αυτό που δεν μπορείς να ντύσεις με κανόνες και ευπρεπισμούς και παραδείγματα; Δεν είναι καθόλου τυχαίο που τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια στροφή στην ελληνική πεζογραφία στις τοπικές ντοπιολαλιές. Με αρχή τα υπέροχα κείμενα του Σωτήρη Δημητρίου, που έκανε ηχηρή εντύπωση με το «Ν’ ακούω καλά το όνομα σου» (Κέδρος 1993) οι νεότεροι πεζογράφοι στρέφονται πλέον στις γλωσσικές τους ταυτότητες για να εκφράσουν αυτό που πάντα καταγράφει η λογοτεχνία: Αυτά που αλλάζουν, αυτά που πάντα μένουν τα ίδια. Σε ένα κόσμο που κλυδωνίζεται, η λογοτεχνία εκφράζει με τον τρόπο της τη δική της αντίσταση, έρχεται να εκφράσει την κοινωνική τάση της αμφισβήτησης της πάλαι πότε κραταιάς Αρχής, στην προκειμένη περίπτωση του Γλωσσικού Έθνους, του αδιαίρετου της γλωσσικής επικράτειας, της Γλωσσικής Αλήθειας που επέβαλε η Αθήνα για να είσαι «σωστός». Η τοπική γλώσσα που εκπροσωπεί την αγνότητα της επαρχίας, την πραγματική ταυτότητα, τη στροφή στην ιδιαιτερότητα του δικού σου εαυτού έρχεται να αμφισβητήσει τη γλωσσική ισοπέδωση του Κράτους. Και σε συνάρτηση, την όποια άλλη ισοπέδωση επιβάλλει το Μεγάλο ενάντια στο Μικρό. Επειδή δεν υπάρχει σωστό και λάθος. Υπάρχει αυτό που η μάνα μου θα έλεγε στην γλώσσα της καϊλές. Που αν και δεν μπορεί να αποδοθεί ακριβώς στην κοινή ελληνική θα έλεγα πως σημαίνει βαθιά έγνοια. Ανησυχία.

Info: Η Κωνσταντία Σωτηρίου γεννήθηκε το 1975 στην Λευκωσία. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου και κάτοχος μεταπτυχιακού στην Ιστορία της Μέσης Ανατολής από το Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ. Εργάζεται ως Λειτουργός Τύπου στο Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η νουβέλα της «Η Αϊσέ πάει διακοπές», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη. Τα θεατρικά της έργα «Σπασμένα» και «Τζεμαλιγιέ» παρουσιάστηκαν σε ανεξάρτητες σκηνές στην Κύπρο. Γράφει στην κοινή ελληνική και στα ελληνικά της Κύπρου.

* Αναδημοσίευση από το περιοδικό Culturenow Mag, τεύχος 35